Οι διαφορές στο κατά κεφαλήν εισόδημα και στην ευημερία μεταξύ χωρών που βρίσκονται σε διαφορετικά στάδια οικονομικής ανάπτυξης είναι τεράστιες. Για παράδειγμα, το κατά κεφαλήν εισόδημα των ΗΠΑ σε τρέχουσες τιμές το 2024 ανερχόταν σε $83.660 (δολάρια ΗΠΑ). Το κατά κεφαλή εισόδημα του Μπουρούντι, μιας χώρας της Αφρικής κάτω από τη Σαχάρα, ανερχόταν σε $190. Ήταν δηλαδή μόλις το 0,2% του κατά κεφαλήν εισοδήματος των ΗΠΑ. Το μέσο κατά κεφαλήν εισόδημα των χωρών που η Παγκόσμια Τράπεζα χαρακτηρίζει ως χώρες χαμηλού εισοδήματος ήταν μόλις $691, δηλαδή το 0,8% του μέσου κατά κεφαλήν εισοδήματος των ΗΠΑ.
Οι οικονομολόγοι ασχολούνται με το γιατί κάποιες χώρες είναι πλούσιες και κάποιες φτωχές τουλάχιστον από την εποχή που δημοσιεύθηκε ο Πλούτος των Εθνών του Adam Smith. Στις αναπτυγμένες οικονομίες σήμερα το κατά κεφαλήν εισόδημα είναι σήμερα, ανάλογα με τη χώρα, μεταξύ 10 και 30 φορές πιο υψηλό από ό,τι πριν από διακόσια χρόνια.
Οι Εισοδηματικές Διαφορές μεταξύ των Χωρών του Κόσμου είναι Μεγάλες
Η Παγκόσμια Τράπεζα δημοσιεύει συγκρίσιμα στοιχεία για το κατά κεφαλήν Ακαθάριστο Εθνικό Εισόδημα (ΑΕΕ) των περισσοτέρων χωρών του κόσμου, σε δολάρια ΗΠΑ, προσαρμοσμένα με τη μέθοδο Atlas, η οποία εξομαλύνει τις διακυμάνσεις των συναλλαγματικών ισοτιμιών. Με βάση αυτή τη μέθοδο, για το κατά κεφαλήν ΑΕΕ του 2024 κατατάσσει τις διάφορες οικονομίες σε:
- Οικονομίες Υψηλού Εισοδήματος (ΑΕΕ κατά κεφαλήν υψηλότερο από $13935).
- Οικονομίες Υψηλού Μεσαίου Εισοδήματος (ΑΕΕ κατά κεφαλήν μεταξύ $4496-$13395).
- Οικονομίες Χαμηλού Μεσαίου Εισοδήματος (ΑΕΕ κατά κεφαλήν μεταξύ $1136-$4495)
- Οικονομίες Χαμηλού Εισοδήματος (ΑΕΕ κατά κεφαλήν χαμηλότερο ή ίσο με $1135)
Για το 2024 αναλυτικά στοιχεία υπήρχαν για 179 χώρες. Το μέσο κατά κεφαλήν ΑΕΕ των 179 αυτών χωρών ήταν $13434. Το μέσο κατά κεφαλήν ΑΕE των χωρών που κατατάσσονται ως οικονομίες υψηλού εισοδήματος ήταν $49301, ενώ το μέσο κατά κεφαλήν ΑΕΠ των οικονομιών χαμηλoύ εισοδήματος ήταν μόλις $691. Το κατά κεφαλήν εισόδημα των οικονομιών υψηλού εισοδήματος ήταν έτσι κατά μέσο όρο 71 φορές υψηλότερο από εκείνο των οικονομιών χαμηλού εισοδήματος. Το μέσο κατά κεφαλήν εισόδημα των οικονομιών μεσαίου εισοδήματος, υψηλού και χαμηλού, ήταν ίσο με $ 6489. Το κατά κεφαλήν εισόδημα των οικονομιών υψηλού εισοδήματος είναι, συνεπώς, κατά μέσο όρο 7,5 φορές υψηλότερο από εκείνο των οικονομιών μεσαίου εισοδήματος.
Ως ποσοστό του κατά κεφαλήν ΑΕΕ των χωρών υψηλού εισοδήματος, το εισόδημα των χωρών μεσαίου εισοδήματος φαίνεται να ανεβαίνει μετά το 1990, αργά στην αρχή και πιο γρήγορα μετά το 2005.
Το 1962 το μέσο ΑΕΕ των χωρών χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος, ήταν μόλις 9,4% του μέσου ΑΕΕ των χωρών υψηλού εισοδήματος. Το 1992 είχε μειωθεί μόλις στο 4,4%. Έκτοτε ακολουθεί ανοδική τάση, με αποτέλεσμα το 2024 να έχει διαμορφωθεί στο 12,1%.
Ωστόσο, η αύξηση αυτή οφείλεται αποκλειστικά στις χώρες μεσαίου εισοδήματος. Αντίθετα, το ΑΕΕ των χωρών χαμηλού εισοδήματος σε σχέση με τις χώρες υψηλού εισοδήματος μειώνεται συστηματικά, με αποτέλεσμα το 2024 να βρίσκεται μόλις στο 1,4%.
Η Μακροχρόνια Οικονομική Μεγέθυνση ήταν Μηδενική έως τις Αρχές του 19ου Αιώνα
Πριν από το 1820, τα διαθέσιμα στοιχεία για το κατά κεφαλήν προϊόν και το εισόδημα των διαφόρων χωρών, καθώς και το ρυθμό ανάπτυξης τους, είναι εξαιρετικά σπάνια. Οι εκτιμήσεις που έχουμε στη διάθεσή μας οφείλονται σε έμμεσους υπολογισμούς με βάση ιστορικά αρχεία, αφηγήσεις ταξιδιωτών και εμπόρων και αρχαιολογικά ευρήματα.
Βασιζόμενοι σε ηρωϊκές υποθέσεις, μελετητές όπως ο Maddison (1982, 1995, 2001) έχουν προχωρήσει στην κατασκευή χρονολογικών σειρών ή επί μέρους εκτιμήσεων για συγκεκριμένα χρόνια. Οι εκτιμήσεις του Maddison (1982) δείχνουν ότι ο μέσος ρυθμός αύξησης του πραγματικού παγκόσμιου κατά κεφαλήν ΑΕΠ στην περίοδο 1500-1700 μ.Χ ήταν μόλις 0,04% ετησίως, ενώ κατά την περίοδο 1700-1820 μ.Χ. μόλις 0,07% ετησίως. Ακόμη και στη Δυτική Ευρώπη, για την οποία η περίοδος 1500-1820 ήταν μια περίοδος σχετικά μεγάλης οικονομικής ευημερίας και ανάπτυξης σε σύγκριση με άλλες περιοχές του κόσμου, ο μέσος ρυθμός αύξησης του κατά κεφαλήν ΑΕΠ δεν υπερέβαινε το 0,14% ετησίως.
Πριν από το 1500, όλες οι ενδείξεις συγκλίνουν στο ότι το βιοτικό επίπεδο, παρά τις μεγάλες κυκλικές διακυμάνσεις του, δεν παρουσίαζε ανοδική μακροχρόνια τάση.
Ένα δεύτερο χαρακτηριστικό αυτής της περιόδου ήταν ότι οι διαφορές εισοδήματος μεταξύ των χωρών ήταν πολύ μικρές σε σύγκριση με σήμερα. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Bairoch (1993), οι διαφορές στο βιοτικό επίπεδο μεταξύ των πλουσιότερων και των φτωχότερων χωρών δεν υπερέβαιναν το 1,5-2,0 προς 1. Επιπλέον, ο Bairoch εκτιμά ότι δεν υπήρχαν σημαντικές διαφορές στο βιοτικό επίπεδο μεταξύ της Ρώμης στον 1ο αιώνα μ.Χ., των αραβικών χαλιφάτων στον 10ο αιώνα μ.Χ., της Κίνας στον 11ο αιώνα, της Ινδίας στον 17ο αιώνα και της Ευρώπης στις αρχές του 18ου αιώνα.
Οικονομική Μεγέθυνση από τις αρχές του 19ου Αιώνα
Μετά από αιώνες της στασιμότητας στο μέσο βιοτικό επίπεδο όλων των χωρών του κόσμου, ο μέσος ρυθμός ανάπτυξης άρχισε να αυξάνεται στην Ευρώπη και τις πρώην αποικίες της, όπως οι ΗΠΑ, ο Καναδάς και η Αυστραλία, από τις αρχές του 19ου αιώνα. Σε άλλες χώρες, όπως η Ιαπωνία, η αναπτυξιακή διαδικασία ξεκίνησε αργότερα.
Ωστόσο, η διαδικασία της μεγέθυνσης υπήρξε ανισομερής. Το 1820, οι πιο ανεπτυγμένες χώρες είχαν ένα κατά κεφαλήν ΑΕΠ που ήταν περίπου τρεις φορές το κατά κεφαλήν ΑΕΠ των λιγότερο ανεπτυγμένων χωρών (μεσαίου και χαμηλού εισοδήματος). Το 2024, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ τους ήταν περίπου δώδεκα (12) φορές υψηλότερο. Οι πρώην αποικίες της Δυτικής Ευρώπης (ΗΠΑ, Καναδάς, Αυστραλία και Νέα Ζηλανδία) το 1820 είχαν ελαφρώς χαμηλότερο βιοτικό επίπεδο σε σύγκριση με την ίδια τη Δυτική Ευρώπη. Το 1950 είχαν δύο φορές υψηλότερο κατά κεφαλήν εισόδημα σε σχέση με τη Δυτική Ευρώπη. Η Ιαπωνία ξεπέρασε το βιοτικό επίπεδο της Ανατολικής Ευρώπης, της Λατινικής Αμερικής, της πρώην Σοβιετικής Ένωσης και της Δυτικής Ευρώπης κατά το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα. Η Κίνα, μια από τις φτωχότερες χώρες του κόσμου το 1950, το 2024 είχε κατά κεφαλήν εισόδημα το οποίο ήταν περισσότερο από το διπλάσιο του κατά κεφαλήν εισοδήματος της Ινδίας και της Αφρικής. Από την άλλη, η Λατινική Αμερική, και μεγάλες περιοχές της Ασίας και της Αφρικής έχουν μείνει πίσω.
Η Ανισομερής Οικονομική Μεγέθυνση
Η ανάλυση του γιατί κάποιες χώρες έχουν επιτύχει σημαντική οικονομική ανάπτυξη, ενώ άλλες έχουν μείνει πίσω αποτελεί μία από τις σημαντικότερες προκλήσεις της οικονομικής επιστήμης γενικότερα, και της διεθνούς οικονομικής ειδικότερα. Γιατί κάποιες ευρωπαϊκές και ασιατικές οικονομίες κατόρθωσαν να πετύχουν εντυπωσιακές αναπτυξιακές επιδόσεις, ενώ οι οικονομίες της Αφρικής παραμένουν εγκλωβισμένες σε παγίδες υπανάπτυξης; Γιατί οι περισσότερες οικονομίες της Λατινικής Αμερικής δεν κατόρθωσαν να παρακολουθήσουν τους ρυθμούς ανάπτυξης των αναπτυγμένων και αναπτυσσόμενων εταίρων τους σε άλλες περιοχές του κόσμου; Αυτά τα ερωτήματα επιχειρεί να απαντήσει η θεωρία της οικονομικής μεγέθυνσης.
Η Θεωρία της Οικονομικής Μεγέθυνσης
Το σημείο εκκίνησης στη θεωρία της οικονομικής μεγέθυνσης και ανάπτυξης είναι το υπόδειγμα του Solow (1956). Παρότι οι ρίζες του βρίσκονται σε παλαιότερα υποδείγματα, και παρότι έχει θεωρητικές και εμπειρικές αδυναμίες, το υπόδειγμα αυτό παρέχει ένα εξαιρετικά χρήσιμο, σχετικά απλό και ευέλικτο πλαίσιο ανάλυσης των προβλημάτων της οικονομικής ανάπτυξης.
Το υπόδειγμα αυτό βασίζεται σε μία νεοκλασσική συνάρτηση παραγωγής και στην υπόθεση ενός εξωγενούς ποσοστού αποταμιεύσεων και επενδύσεων. Το ποσοστό των επενδύσεων είναι ο κύριος προσδιοριστικός παράγων της συσσώρευσης του φυσικού κεφαλαίου, και της διαδικασίας της μεγέθυνσης σε αυτό το υπόδειγμα.
Το υπόδειγμα του Solow, παρά τις αδυναμίες του, αποτελεί τη βάση για την ανάλυση της μακροχρόνιας ανάπτυξης.
Το υπόδειγμα αυτό μπορεί σε ένα πρώτο επίπεδο να εξηγήσει τόσο τις μακροχρόνιες, όσο και τις βραχυχρόνιες διαφορές στο κατά κεφαλήν εισόδημα μεταξύ των χωρών που συναπαρτίζουν την παγκόσμια οικονομία. Τονίζει παράγοντες όπως η αποτελεσματικότητα της παραγωγικής διαδικασίας, η αποδοτικότητα των εργαζομένων (ανθρώπινο κεφάλαιο), το ποσοστό των αποταμιεύσεων και των επενδύσεων σε φυσικό κεφάλαιο, καθώς και άλλους παράγοντες όπως ο ρυθμός αύξησης του πληθυσμού. Επιπλέον, δίνει έμφαση στις διαφορετικές αρχικές συνθήκες αναφορικά με το διαθέσιμο φυσικό κεφάλαιο στις διάφορες οικονομίες, και προβλέπει μία διαδικασία σύγκλισης υπό προϋποθέσεις.
Από την άλλη, το υπόδειγμα αυτό έχει τρεις σημαντικές αδυναμίες. Η πρώτη είναι ότι βασίζεται κυρίως στη συσσώρευση φυσικού κεφαλαίου ως τον κύριο παράγοντα για την εξήγηση των διαφορών στο βιοτικό επίπεδο των διαφόρων οικονομιών. Ωστόσο, το φυσικό κεφάλαιο δεν επαρκεί για να εξηγήσει τις μεγάλες διαφορές στο κατά κεφαλήν εισόδημα μεταξύ των οικονομιών ούτε και τη σχετικά αργή διαδικασία της σύγκλισης. Δεύτερη αδυναμία του είναι η υπόθεση ότι το ποσοστό αποταμίευσης και επενδύσεων είναι εξωγενές. Τέλος, μια τρίτη θεωρητική αδυναμία του είναι ότι υποθέτει ότι οι εγχώριες αποταμιεύσεις ισούνται με τις επενδύσεις, χωρίς να μπορεί να εξηγήσει το διαχρονικό εμπόριο, τις διεθνείς κινήσεις κεφαλαίου και το ρόλο των εξωτερικών ανισορροπιών σε ανοικτές οικονομίες.
Και οι τρεις αυτές αδυναμίες έχουν σε κάποιο βαθμό αντιμετωπιστεί από γενικότερα υποδείγματα, τα οποία δεν ανατρέπουν τις βασικές προβλέψεις του για το ρόλο των επενδύσεων, της παραγωγικής αποτελεσματικότητας, της αποδοτικότητας της εργασίας και των αρχικών συνθηκών στη διαδικασία της οικονομικής ανάπτυξης.
Η πρόσφατη οικονομική έρευνα αναφορικά με τους προσδιοριστικούς παράγοντες της διαδικασίας της ανάπτυξης στην παγκόσμια οικονομία έχει επικεντρωθεί σε τέσσερεις ομάδες παραγόντων: γεωγραφικούς, θεσμικούς, το ανθρώπινο κεφάλαιο και η έρευνα και τεχνολογία. Η αποτελεσματικότητα της παραγωγικής διαδικασίας, η αποδοτικότητα της εργασίας και η ροή των επενδύσεων σε φυσικό κεφάλαιο προς τις αναπτυσσόμενες οικονομίες εξαρτάται με κρίσιμο τρόπο από αυτούς τους παράγοντες, καθώς και από το ρόλο του κράτους στην οικονομία και τη γενικότερη φορολογική και οικονομική πολιτική.
Επιπλέον, θεωρία της οικονομικής ανάπτυξης τονίζει τον παραγωγικό μετασχηματισμό από χαμηλής παραγωγικότητας τομείς όπως ο γεωργικός τομέας και οι παραδοσιακές υπηρεσίες, σε εξαγωγικούς βιομηχανικούς τομείς και τις νέες τεχνολογίες.
Σύνδεσμος στις Διαφάνειες της Διάλεξης
Σύνδεσμος για την Παγκόσμια Τράπεζα
Διδακτικά Εγχειρίδια
Διεθνής Οικονομική και Παγκόσμια Οικονομία, Κεφ. 24
