Το διεθνές νομισματικό σύστημα αποτελεί το θεσμικό πλαίσιο μέσω του οποίου διασυνδέονται οι εθνικές οικονομίες. Οι κανόνες που το διέπουν καθορίζουν, μεταξύ άλλων, τον τρόπο διακανονισμού και χρηματοδότησης των διεθνών οικονομικών συναλλαγών, καθώς και τον τρόπο χρηματοδότησης και διόρθωσης των ανισορροπιών στα ισοζύγια πληρωμών.

Ζητήματα όπως ο βαθμός ελευθερίας στις διεθνείς συναλλαγές αγαθών, υπηρεσιών και κεφαλαίων, τα νομίσματα που χρησιμοποιούνται στις διεθνείς πληρωμές, το αν οι συναλλαγματικές ισοτιμίες είναι σταθερές ή κυμαινόμενες, ο συμμετρικός ή ασύμμετρος χαρακτήρας του συστήματος, καθώς και το κατά πόσον αυτό βασίζεται σε πολύτιμα μέταλλα, συγκαταλέγονται στους κρισιμότερους θεσμούς και κανόνες που το χαρακτηρίζουν.

Το Τρέχον Διεθνές Νομισματικό Σύστημα: Διεθνής Κανόνας Δολαρίου

Το επικρατούν σήμερα διεθνές νομισματικό σύστημα περιγράφεται καλύτερα ως ένας διεθνής κανόνας δολαρίου

Πρόκειται για ένα σύστημα διαχειριζόμενων συναλλαγματικών ισοτιμιών και υψηλής κινητικότητας κεφαλαίων, με κεντρικό άξονα το δολάριο των Ηνωμένων Πολιτειών, το οποίο λειτουργεί ως το κύριο διεθνές αποθεματικό νόμισμα. 

Το σύστημα αυτό συνδυάζει εθνικά εκδιδόμενα νομίσματα (fiat currencies), ενοποιημένες παγκόσμιες χρηματοπιστωτικές αγορές και μια μεγάλη ποικιλία καθεστώτων συναλλαγματικών ισοτιμιών.

Το σημερινό σύστημα χαρακτηρίζεται από ελεύθερη διακίνηση κεφαλαίων και κυμαινόμενες συναλλαγματικές ισοτιμίες μεταξύ των βασικών νομισμάτων των Ηνωμένων Πολιτειών, της Ζώνης του Ευρώ και της Ιαπωνίας, καθεμία από τις οποίες ασκεί τη δική της αυτόνομη νομισματική πολιτική. 

Η Κίνα έχει επιλέξει να διατηρεί ελέγχους στην κίνηση κεφαλαίων, προκειμένου να διαφυλάσσει την αυτονομία της νομισματικής της πολιτικής και παράλληλα να διαχειρίζεται τη συναλλαγματική της ισοτιμία. Τα κράτη-μέλη της Ζώνης του Ευρώ έχουν υιοθετήσει κοινό νόμισμα, το ευρώ, γεγονός που συνεπάγεται οριστικά σταθερές ισοτιμίες μεταξύ τους. Ωστόσο η ισοτιμία του ευρώ διακυμαίνεται ελεύθερα.

Οι υπόλοιπες χώρες έχουν επιλέξει ένα ευρύ φάσμα καθεστώτων συναλλαγματικών ισοτιμιών, από προσδέσεις στο δολάριο ή το ευρώ έως συστήματα διολισθαίνουσας πρόσδεσης έναντι άλλων νομισμάτων ή καλαθιών νομισμάτων ή κυμαινόμενες ισοτιμίες, με ή χωρίς ελέγχους στην κίνηση κεφαλαίων. 

Κατά συνέπεια πρόκειται για ένα σύστημα πολλαπλών καθεστώτων αναφορικά με τον προσδιορισμό των συναλλαγματικών ισοτιμιών.

Το σύστημα αυτό παρέχει ευελιξία και στηρίζει το παγκόσμιο εμπόριο και τη διεθνή χρηματοδότηση, αλλά δημιουργεί και σημαντικές ασυμμετρίες: οι Ηνωμένες Πολιτείες απολαμβάνουν σημαντικά νομισματικά πλεονεκτήματα, ενώ η υπόλοιπη παγκόσμια οικονομία παραμένει ιδιαίτερα ευαίσθητη στις μεταβολές της ρευστότητας σε δολάρια και της αμερικανικής νομισματικής πολιτικής. 

Για τον λόγο αυτό, το σημερινό σύστημα χαρακτηρίζεται ως διεθνής κανόνας δολαρίου.

Το σημερινό διεθνές νομισματικό σύστημα δεν διοικείται ούτε ελέγχεται από μία ενιαία υπερεθνική αρχή. 

Αντιθέτως, στηρίζεται σε ένα δίκτυο ιδιωτικών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, εθνικών κυβερνήσεων και κεντρικών τραπεζών, διεθνών οργανισμών και περιφερειακών χρηματοδοτικών μηχανισμών. 

Στο κέντρο του συστήματος βρίσκονται το Ομοσπονδιακό Αποθεματικό Σύστημα των Ηνωμένων Πολιτειών (Federal Reserve System) και το Υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ, γεγονός που αντανακλά τον κυρίαρχο ρόλο του δολαρίου. Οι τίτλοι του αμερικανικού Δημοσίου αποτελούν το βασικό ασφαλές περιουσιακό στοιχείο τόσο στην αμερικανική όσο και στη διεθνή αγορά ομολόγων. 

Άλλες σημαντικές κεντρικές τράπεζες είναι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, η Τράπεζα της Ιαπωνίας, η Λαϊκή Τράπεζα της Κίνας και η Τράπεζα της Αγγλίας. 

Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) αποτελεί τον κεντρικό πολυμερή θεσμό του διεθνούς νομισματικού συστήματος. Άλλοι σημαντικοί πολυμερείς οργανισμοί είναι η Παγκόσμια Τράπεζα, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου, η Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών, το Συμβούλιο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, η Ομάδα των Επτά και η Ομάδα των Είκοσι. 

Συνολικά, οι θεσμοί αυτοί στηρίζουν ένα αποκεντρωμένο αλλά ιδιαίτερα ενοποιημένο διεθνές νομισματικό σύστημα με επίκεντρο τον παγκόσμιο ρόλο του δολαρίου των Ηνωμένων Πολιτειών.

Το δολάριο των Ηνωμένων Πολιτειών (USD) είναι το κυρίαρχο διεθνές αποθεματικό νόμισμα. Αντιπροσωπεύει περίπου το ήμισυ των παγκόσμιων πληρωμών, ενώ περισσότερο από το ήμισυ του παγκόσμιου εμπορίου τιμολογείται σε δολάρια. Επιπλέον, σχεδόν το 60% των επίσημων διεθνών συναλλαγματικών αποθεμάτων διακρατείται σε δολάρια.

Σε σημαντική απόσταση ακολουθεί το ευρώ (EUR). Άλλα διεθνή αποθεματικά νομίσματα είναι το ιαπωνικό γεν (JPY), η βρετανική λίρα στερλίνα (GBP) και το κινεζικό ρενμίνμπι (RMB), αλλά η σημασία τους παραμένει περιορισμένη σε σύγκριση με το δολάριο και το ευρώ. Τα αντίστοιχα μερίδιά τους στις παγκόσμιες πληρωμές, την τιμολόγηση του εμπορίου, τα χρηματοπιστωτικά περιουσιακά στοιχεία και τα συναλλαγματικά αποθέματα ανέρχονται περίπου στο ένα πέμπτο (20%) για το ευρώ και σε μονοψήφια ποσοστά για το γεν (4–6%), τη στερλίνα (4–5%) και το ρενμίνμπι (2–4%).

Το ευρώ αποτελεί σημαντικό αλλά δευτερεύον διεθνές αποθεματικό νόμισμα και χρησιμοποιείται κυρίως σε συναλλαγές που αφορούν τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ορισμένες γειτονικές οικονομίες. Αντίθετα, παρά το μέγεθος και τη διαρκώς αυξανόμενη σημασία της κινεζικής οικονομίας, το ρενμίνμπι δεν έχει ακόμη εξελιχθεί σε σημαντικό διεθνές αποθεματικό νόμισμα, κυρίως επειδή οι έλεγχοι στην κίνηση κεφαλαίων περιορίζουν τη διεθνή αξιοπιστία του. Η στερλίνα εξακολουθεί να διατηρεί διεθνή ρόλο κυρίως λόγω της σημασίας του Λονδίνου ως διεθνούς χρηματοπιστωτικού κέντρου και της συνεχιζόμενης ύπαρξης της Βρετανικής Κοινοπολιτείας.

Επιπλέον, το δολάριο των ΗΠΑ διαδραματίζει κεντρικό ρόλο στις παγκόσμιες αγορές κεφαλαίου, περιουσιακών στοιχείων και κρατικού χρέους με τρεις διακριτούς τρόπους: ως το κυριότερο ασφαλές περιουσιακό στοιχείο παγκοσμίως, ως το κυρίαρχο νόμισμα δανεισμού για πολλές επιχειρήσεις και κυβερνήσεις και ως το βασικό σημείο αναφοράς για την τιμολόγηση του κρατικού κινδύνου.

Η αγορά τίτλων του αμερικανικού Δημοσίου είναι η μεγαλύτερη και πλέον ρευστή αγορά κρατικών ομολόγων στον κόσμο. Η σημασία της απορρέει από την πιστοληπτική αξιοπιστία των Ηνωμένων Πολιτειών, το εξαιρετικό βάθος και τη ρευστότητα της αγοράς, την εκτεταμένη χρήση συμβολαίων μελλοντικής εκπλήρωσης και παραγώγων σε δολάρια, καθώς και από το ισχυρό νομικό και θεσμικό πλαίσιο. Κεντρικές τράπεζες, κρατικά επενδυτικά ταμεία, συνταξιοδοτικά ταμεία, ασφαλιστικές εταιρείες και ιδιώτες επενδυτές χρησιμοποιούν τους τίτλους του αμερικανικού Δημοσίου ως αποθεματικά στοιχεία, εξασφαλίσεις, τίτλους αναφοράς και ασφαλή καταφύγια.

Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία του Υπουργείου Οικονομικών των ΗΠΑ, οι κάτοικοι του εξωτερικού κατείχαν τον Φεβρουάριο του 2026 περίπου 9,5 τρισεκατομμύρια δολάρια σε τίτλους του αμερικανικού Δημοσίου, ποσό που αντιστοιχεί περίπου στο 25% του δημοσίως διακρατούμενου ομοσπονδιακού χρέους των ΗΠΑ και περίπου στο 8% του παγκόσμιου ΑΕΠ.

Πολλές αναδυόμενες και αναπτυσσόμενες οικονομίες εκδίδουν κρατικά ομόλογα σε δολάρια, λόγω του χαμηλότερου κόστους δανεισμού, της πρόσβασης σε μια ευρεία διεθνή επενδυτική βάση, της μεγαλύτερης ρευστότητας και των καθιερωμένων νομικών και συμβατικών προτύπων. Παραδείγματα αποτελούν τα κρατικά ομόλογα χωρών της Λατινικής Αμερικής, της Αφρικής και τμημάτων της Ασίας.

Τα επιτόκια σε δολάρια — και ιδίως οι αποδόσεις των τίτλων του αμερικανικού Δημοσίου — λειτουργούν ως το ασφαλές επιτόκιο για την τιμολόγηση του ιδιωτικού και του κρατικού χρέους διεθνώς. Κατά συνέπεια, οι μεταβολές των αμερικανικών επιτοκίων επηρεάζουν το κόστος δανεισμού σε όλο τον κόσμο. Μια αύξηση των επιτοκίων στις Ηνωμένες Πολιτείες συνδέεται συνήθως με αύξηση του κόστους εξυπηρέτησης του χρέους για υπερχρεωμένες αναδυόμενες και αναπτυσσόμενες οικονομίες.

Επιπλέον, ο δανεισμός σε δολάρια εκθέτει τα κράτη σε κίνδυνο νομισματικής αναντιστοιχίας. Αν το εγχώριο νόμισμα υποτιμηθεί έναντι του δολαρίου, το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους αυξάνεται σε όρους εγχώριου νομίσματος, η βιωσιμότητα του χρέους μπορεί να επιδεινωθεί και ο κίνδυνος αθέτησης υποχρεώσεων αυξάνεται.

Οι μηχανισμοί αυτοί διαδραμάτισαν καθοριστικό ρόλο στην κρίση χρέους της Λατινικής Αμερικής στις αρχές της δεκαετίας του 1980, στην ασιατική χρηματοπιστωτική κρίση στα τέλη της δεκαετίας του 1990 και σε πολλές άλλες κρίσεις χρέους αναδυόμενων αγορών.

Το δολάριο των ΗΠΑ διατηρεί την κυριαρχία του επειδή στηρίζεται στη μεγαλύτερη και πιο ανθεκτική οικονομία του κόσμου, σε βαθιές και ιδιαίτερα ρευστές χρηματοπιστωτικές αγορές, σε ένα διαφανές θεσμικό πλαίσιο κράτους δικαίου, σε υψηλή νομισματική αξιοπιστία και σε ισχυρές δικτυακές εξωτερικότητες, ως το πλέον ευρέως χρησιμοποιούμενο διεθνές νόμισμα.

Το σημερινό διεθνές νομισματικό σύστημα διαμορφώθηκε μετά την κατάρρευση του συστήματος του Bretton Woods στις αρχές της δεκαετίας του 1970, το οποίο βασιζόταν σε σταθερές αλλά αναπροσαρμόσιμες ισοτιμίες με άγκυρα το δολάριο. 

Τα βασικά διεθνή αποθεματικά νομίσματα του σημερινού συστήματος, όπως το δολάριο των ΗΠΑ (USD), το ευρώ (EUR) και το ιαπωνικό γεν (JPY), είναι νομίσματα χωρίς μεταλλική βάση (fiat) και δεν υποστηρίζονται από χρυσό ή άλλο φυσικό εμπόρευμα. 

Το δολάριο ήταν το τελευταίο σημαντικό νόμισμα που διατηρούσε επίσημο δεσμό με τον χρυσό σε σταθερή τιμή, αλλά ο δεσμός αυτός εγκαταλείφθηκε από τις Ηνωμένες Πολιτείες το 1971.

Σκληρές προσδέσεις: Περιλαμβάνουν συναλλαγματικά καθεστώτα χωρίς χωριστό νόμιμο χρήμα, όπως οι οικονομίες που χρησιμοποιούν το ευρώ ή έχουν δολαριοποιηθεί, καθώς και τα καθεστώτα πλήρους συναλλαγματικής κάλυψης (currency boards), όπως εκείνο του Χονγκ Κονγκ.

Ήπιες προσδέσεις: Περιλαμβάνουν τις συμβατικές προσδέσεις, τις σταθεροποιημένες διευθετήσεις, τις διολισθαίνουσες προσδέσεις, τις διευθετήσεις παρόμοιες με διολίσθηση και τις οριζόντιες ζώνες διακύμανσης.

Κυμαινόμενες και ελεύθερα κυμαινόμενες ισοτιμίες: Στα καθεστώτα κυμαινόμενων ισοτιμιών, οι συναλλαγματικές ισοτιμίες προσδιορίζονται κυρίως από την αγορά. Στα καθεστώτα ελεύθερης διακύμανσης, οι παρεμβάσεις είναι σπάνιες. Παραδείγματα αποτελούν οι Ηνωμένες Πολιτείες, η ζώνη του ευρώ, η Ιαπωνία και το Ηνωμένο Βασίλειο.

Οι υπόλοιπες χώρες ακολουθούν άλλες διαχειριζόμενες διευθετήσεις, όπου οι αρχές παρεμβαίνουν για να επηρεάσουν τη συναλλαγματική ισοτιμία χωρίς μια επίσημα προαναγγελθείσα πορεία.

Η ταξινόμηση αυτή από το ΔΝΤ βασίζεται στην πραγματική συμπεριφορά των συναλλαγματικών ισοτιμιών, στις μεταβολές των συναλλαγματικών αποθεμάτων και στις παρεμβάσεις των αρχών, και όχι στις επίσημες δηλώσεις.

Μόνο 31 χώρες-μέλη του ΔΝΤ έχουν υιοθετήσει καθεστώς ελεύθερης διακύμανσης. Αντιπροσωπεύουν το 16% του συνόλου και περιλαμβάνουν κυρίως βιομηχανικές οικονομίες και ορισμένες αναδυόμενες οικονομίες. Οι χώρες με ελεύθερα κυμαινόμενες ισοτιμίες το 2023 ήταν η Αυστραλία, ο Καναδάς, η Ιαπωνία, το Μεξικό, η Νορβηγία, η Πολωνία, η Ρωσία, η Σουηδία, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Σομαλία και οι Ηνωμένες Πολιτείες. Το ευρώ επίσης κυμαίνεται ελεύθερα. Έτσι, τα κράτη-μέλη της Ζώνης του Ευρώ έχουν επίσης ελεύθερη διακύμανση έναντι άλλων νομισμάτων, παρότι έχουν υιοθετήσει αμετάκλητα σταθερές ισοτιμίες μεταξύ τους.

Οι περισσότερες αναδυόμενες αγορές και αναπτυσσόμενες οικονομίες έχουν υιοθετήσει διάφορες μορφές προσδέσεων, διαχειριζόμενης διακύμανσης και άλλων καθεστώτων διαχείρισης της συναλλαγματικής ισοτιμίας, προκειμένου να μειώσουν τη μεταβλητότητα των ισοτιμιών τους και να περιορίσουν τους κινδύνους που συνδέονται με χρέος σε ξένο νόμισμα. 

Η Κίνα έχει υιοθετήσει διαχειριζόμενη συναλλαγματική ισοτιμία και ελέγχους στην κίνηση κεφαλαίων, ώστε να διατηρεί τη νομισματική της αυτονομία και να επιδιώκει τους δικούς της νομισματικούς στόχους. 

Η Ινδία έχει υιοθετήσει διαχειριζόμενη διακύμανση, σε συνδυασμό με στόχευση του πληθωρισμού. Το ίδιο έχουν πράξει άλλες 23, κυρίως αναδυόμενες και αναπτυσσόμενες, οικονομίες.

Οι σκληρές προσδέσεις προσφέρουν αξιοπιστία αλλά περιορίζουν τη νομισματική αυτονομία. Οι πιο ευέλικτες προσδέσεις και η διαχειριζόμενη διακύμανση παρέχουν μεγαλύτερη αυτονομία, αλλά συνεπάγονται μεγαλύτερη μεταβλητότητα των συναλλαγματικών ισοτιμιών.

Από τις χώρες που χρησιμοποιούν ρητό στόχο συναλλαγματικής ισοτιμίας, 38, δηλαδή το 19,5% του συνόλου, συνδέουν τη συναλλαγματική τους ισοτιμία με το δολάριο των ΗΠΑ, 25, δηλαδή το 12,8% του συνόλου, συνδέουν τη συναλλαγματική τους ισοτιμία με το ευρώ, και 18, δηλαδή το 9,2% του συνόλου, χρησιμοποιούν ευρύτερα καλάθια νομισμάτων.

Ο φόβος των διακυμάνσεων των συναλλαγματικών ισοτιμιών είναι ιδιαίτερα διαδεδομένος, ιδίως μεταξύ των αναδυόμενων και των αναπτυσσόμενων οικονομιών, καθώς πολλές χώρες που ονομαστικά διαθέτουν κυμαινόμενες συναλλαγματικές ισοτιμίες παρεμβαίνουν εκτεταμένα στην αγορά συναλλάγματος για να τις σταθεροποιήσουν.

Το σύστημα αυτό αναδείχθηκε μέσα από μια μεταβατική διαδικασία διάρκειας περίπου ενός αιώνα, κατά την οποία η νομισματική ηγεσία μετατοπίστηκε από τον κανόνα χρυσού, με επίκεντρο τη στερλίνα, σε ένα σύστημα με επίκεντρο το δολάριο. 

Οι Ηνωμένες Πολιτείες αναδείχθηκαν σε σημαντική χρηματοπιστωτική δύναμη μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. 

Το δολάριο καθιερώθηκε επίσημα ως το κεντρικό διεθνές νόμισμα στο σύστημα του Bretton Woods το 1944, με βάση τη μετατρεψιμότητά του σε χρυσό σε σταθερή τιμή 35 δολαρίων ανά ουγγιά. 

Ο σημερινός διεθνής κανόνας δολαρίου, εδραιώθηκε μετά το 1971, όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες εγκατέλειψαν πλήρως τη μετατρεψιμότητα του δολαρίου σε χρυσό, και το 1973, όταν κατέρρευσε το σύστημα σταθερών αλλά αναπροσαρμόσιμων ισοτιμιών του Bretton Woods.

Χρήμα και Πολύτιμα Μέταλλα στην Παγκόσμια Ιστορία

Νομίσματα αποτελούμενα από πολύτιμα μέταλλα αποτελούσαν την κύρια μορφή χρήματος ήδη από τη αρχαιότητα, στη Λύδια, την Ιωνία και την Αίγινα κατά τον 7ο αιώνα π.Χ. και αργότερα στην Περσική αυτοκρατορία και στις πόλεις της αρχαίας Ελλάδας. Ο ρόλος των πολυτίμων μετάλλων στα νομισματικά συστήματα επεκτάθηκε κατά τη διάρκεια της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, του μεσαίωνα και της αναγέννησης στους αιώνες που ακολούθησαν. 

Κυκλοφορούσαν τόσο χρυσά και αργυρά νομίσματα, όσο και νομίσματα από χαλκό ή ορείχαλκο. 

Τα νομίσματα ήταν τυποποιημένα, με βάση την περιεκτικότητα και το βάρος τους σε χρυσό ή άργυρο. 

Ο ρόλος των χάλκινων ή ορειχάλκινων νομισμάτων ήταν συνήθως περιθωριακός, καθώς αφορούσαν σε καθημερινές συναλλαγές πολύ χαμηλής αξίας, που δεν μπορούσαν να εξυπηρετηθούν από χρυσά ή αργυρά νομίσματα.

Λόγω της υψηλής αξίας του χρυσού, το ποσό που ήταν αναγκαίο για τη διεκπεραίωση πολλών καθημερινών συναλλαγών, ήταν πολύ μικρό. Η κοπή τόσο μικρών χρυσών νομισμάτων δεν ήταν ούτε τεχνικά εφικτή, αλλά ούτε εξυπηρετούσε τις συναλλαγές. Από την άλλη πλευρά, για συναλλαγές υψηλής αξίας, το βάρος των χαμηλότερης αξίας αργυρών νομισμάτων που απαιτείτο, ήταν υπερβολικά μεγάλο. Έτσι στην πράξη, ήταν πολύ πιο αποτελεσματικό να υπάρχουν χρυσά νομίσματα για συναλλαγές μεγάλης αξίας ή για την διακράτηση πλούτου, αργυρά νομίσματα για συναλλαγές μικρότερης αξίας και χάλκινα ή ορειχάλκινα νομίσματα για συναλλαγές πολύ μικρής αξίας. 

Στη διαδρομή του χρόνου, και με την εξέλιξη και των τραπεζικών συστημάτων, άρχισαν να κυκλοφορούν παράλληλα και χαρτονομίσματα, μετατρέψιμα αρχικά σε πολύτιμα μέταλλα.

Χρηματοπιστωτικά Ιδρύματα και Τράπεζες

Οι πρώτες μορφές χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων μπορούν επίσης να εντοπιστούν στους αρχαίους πολιτισμούς, όπου οι ναοί και οι έμποροι λειτουργούσαν και ως χρηματοοικονομικοί μεσάζοντες. 

Στη Μεσοποταμία, οι Σουμέριοι και οι Βαβυλώνιοι ανέπτυξαν πρώιμες τραπεζικές πρακτικές. Οι ναοί και τα ανάκτορα αποθήκευαν σιτηρά, χρυσό και ασήμι και έδιναν δάνεια σε αγρότες και εμπόρους. Ο Κώδικας του Χαμουραμπί (1750 π.Χ.) είναι ένα αρχείο για το πώς ρυθμίζονταν οι δανεισμοί, τα επιτόκια και οι συμβάσεις. Κατά την ίδια περίοδο, οι Αιγύπτιοι ιερείς διαχειρίζονταν τον πλούτο που ήταν αποθηκευμένος σε ναούς και έδιναν δάνεια. 

Στην Αρχαία Ελλάδα, οι δανειστές και οι έμποροι παρείχαν πιστώσεις για το εμπόριο. Καθισμένοι σε μια «τράπεζα» στην αγορά, διαχειρίζονταν καταθέσεις, δάνεια και ανταλλαγή νομισμάτων διαφορετικών ονομαστικών αξιών. Αυτό συνεχίστηκε και εξελίχθηκε στη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία, στην οποία δημιουργήθηκαν τα πρώτα τραπεζικά ιδρύματα για να διευκολύνουν το εμπόριο σε ολόκληρη την αυτοκρατορία. Αν και η πτώση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας διέκοψε τις τραπεζικές εργασίες, οδηγώντας σε μείωση των χρηματοοικονομικών δραστηριοτήτων, οι τραπεζικές εργασίες επανεμφανίστηκαν στη μεσαιωνική Ευρώπη με την άνοδο του εμπορίου, παρά τους θρησκευτικούς περιορισμούς στην χρέωση τόκου, η οποία χαρακτηριζόταν ως τοκογλυφία. Η Τράπεζα των Μεδίκων (1397–1494) στη Φλωρεντία έγινε μια από τις πρώτες διεθνείς τράπεζες κατά την Αναγέννηση. Οι ιταλικές τραπεζικές οικογένειες χρηματοδοτούσαν τις ευρωπαϊκές μοναρχίες, ενώ εισήχθησαν και θεσμοί όπως οι πιστωτικές επιστολές, επιτρέποντας στους εμπόρους να πραγματοποιούν συναλλαγές χωρίς να μεταφέρουν μεγάλα χρηματικά ποσά, και η διπλογραφική λογιστική (που εφευρέθηκε τον 14ο αιώνα) η οποία συνέβαλε στη βελτίωση της τήρησης οικονομικών αρχείων.

Τραπεζογραμμάτια, Χαρτονομίσματα και Κεντρικές Τράπεζες

Πριν από τον 17ο αιώνα, το χρήμα ήταν κυρίως μεταλλικό, δηλαδή νομίσματα από χρυσό, ασήμι ή χαλκό. Όπως ήδη αναφέρθηκε, τα χάλκινα νομίσματα χρησιμοποιούνταν για καθημερινές συναλλαγές χαμηλής αξίας και τα ασημένια και χρυσά νομίσματα για συναλλαγές υψηλότερης αξίας και πιο σπάνιες, καθώς και για την αποθήκευση πλούτου. 

Ωστόσο, τα τραπεζογραμμάτια κυκλοφορούσαν και γίνονταν δεκτά ως χρήμα τουλάχιστον πεντακόσια χρόνια νωρίτερα τόσο στην Ευρώπη όσο και στην Ασία. Το χαρτονόμισμα αναπτύχθηκε για πρώτη φορά κατά τη διάρκεια της δυναστείας Τανγκ στην Κίνα τον 7ο αιώνα, αν και άρχισε να χρησιμοποιείται ευρέως γύρω στον 11ο αιώνα, κατά τη διάρκεια της δυναστείας Σονγκ. Η χρήση του χαρτονομίσματος αργότερα εξαπλώθηκε σε όλη τη Μογγολική Αυτοκρατορία. 

Ευρωπαίοι εξερευνητές όπως ο Μάρκο Πόλο εισήγαγαν την ιδέα στην Ευρώπη τον 13ο αιώνα.

Ο 17ος αιώνας είδε την ραγδαία άνοδο των κεντρικών τραπεζών και τη χρήση του χαρτονομίσματος. Ως η πρώτη δημόσια τράπεζα που ‘προσέφερε χαρτονομίσματα που δεν μπορούσαν να μετατραπούν αμέσως σε κέρματα’, η Τράπεζα του Άμστερνταμ, που ιδρύθηκε το 1609, θεωρείται ο πρόδρομος των σύγχρονων κεντρικών τραπεζών. Η Κεντρική Τράπεζα της Σουηδίας (Sverige’s Riksbank ή απλά Riksbanken) ιδρύθηκε στη Στοκχόλμη από τα ερείπια της αποτυχημένης Τράπεζας της Στοκχόλμης το 1664 και ελέγχονταν από το κοινοβούλιο (‘Riksdag of the Estates’). Ένας ρόλος της σουηδικής κεντρικής τράπεζας ήταν να δανείζει χρήματα στην κυβέρνηση.

Η ίδρυση της Τράπεζας της Αγγλίας, του υποδείγματος για τις περισσότερες σύγχρονες κεντρικές τράπεζες, σχεδιάστηκε από τον Charles Montagu, 1ο Δούκα του Χάλιφαξ, το 1694. Πρότεινε δάνειο 1,2 εκατομμυρίων λιρών στην βρετανική κυβέρνηση, και σε αντάλλαγμα, οι συνδρομητές της θα ενσωματώνονταν ως Διοικητής και Εταιρεία της Τράπεζας της Αγγλίας, με μακροπρόθεσμα τραπεζικά προνόμια, συμπεριλαμβανομένης της έκδοσης τραπεζογραμματίων. Αυτά τα προνόμια χορηγήθηκαν με νόμο στις 27 Ιουλίου 1694. Η Τράπεζα της Αγγλίας δεν είχε αρχικά τις ίδιες λειτουργίες με μια σύγχρονη κεντρική τράπεζα, δηλαδή τη ρύθμιση της αξίας του εθνικού νομίσματος, τη χρηματοδότηση της κυβέρνησης, το να είναι ο μοναδικός εξουσιοδοτημένος εκδότης τραπεζογραμματίων και να ενεργεί ως δανειστής ύστατης προσφυγής σε τράπεζες που αντιμετώπιζαν κρίσεις ρευστότητας. Σταδιακά εξελίχθηκε σε μια σύγχρονη κεντρική τράπεζα κατά τον 18ο και 19ο αιώνα. 

Ακολούθησαν και άλλες μεγάλες κεντρικές τράπεζες, όπως η Τράπεζα της Γαλλίας, που ιδρύθηκε από τον Ναπολέοντα το 1800, η ​​Reichsbank, που ιδρύθηκε στη Γερμανία το 1876 και το Συμβούλιο της Ομοσπονδιακής Τράπεζας, που ιδρύθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες το 1913.

Η Προσφορά Χρήματος

Στις σύγχρονες οικονομίες, όταν αναφερόμαστε στην προσφορά χρήματος, θεωρούμε ως χρήμα τόσο τα κέρματα όσο και τα χαρτονομίσματα, αλλά και άλλα ρευστά περιουσιακά στοιχεία, όπως οι καταθέσεις σε εμπορικές τράπεζες. 

Κατηγοριοποιούμε το χρήμα σε διαφορετικά νομισματικά μεγέθη με βάση τα χαρακτηριστικά ρευστότητάς τους:

M0 (Νομισματική Βάση): Αποτελείται από κέρματα και χαρτονομίσματα σε κυκλοφορία συν τα αποθεματικά των εμπορικών τραπεζών που τηρούνται στην κεντρική τράπεζα.

M1: Περιλαμβάνει κέρματα και χαρτονομίσματα σε κυκλοφορία, συν τις καταθέσεις όψεως (τρεχούμενοι λογαριασμοί) και άλλες ρευστές καταθέσεις που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για άμεσες δαπάνες.

M2: Περιλαμβάνει το M1 συν τους λογαριασμούς ταμιευτηρίου, τις προθεσμιακές καταθέσεις (κάτω από ένα ορισμένο όριο) και τις καταθέσεις στην αγορά χρήματος.

M3: Αποτελείται από το M2 συν τις μεγάλες προθεσμιακές καταθέσεις, τα θεσμικά αμοιβαία κεφάλαια της αγοράς χρήματος και άλλα λιγότερο ρευστά περιουσιακά στοιχεία.

Οι ακριβείς ορισμοί αυτών των συγκεντρωτικών μεγεθών μπορεί να διαφέρουν μεταξύ των χωρών, με βάση τα ακριβή θεσμικά χαρακτηριστικά των εγχώριων νομισματικών συστημάτων τους. Τα εγχώρια νομισματικά συστήματα συνδέονται διεθνώς μέσω των κανόνων και των θεσμών του διεθνούς νομισματικού συστήματος.

Ο Διεθνής Διμεταλλισμός: 1815-1873

Κατά το πρώτο ήμισυ του 19ου αιώνα, τα νομισματικά συστήματα των περισσοτέρων χωρών επέτρεπαν την κοπή και κυκλοφορία τόσο αργυρών όσο και χρυσών νομισμάτων, αλλά και μετατρέψιμων χαρτονομισμάτων. Το σύστημα που επικρατούσε ονομάζεται διμεταλλισμός. Ωστόσο, η Μεγάλη Βρετανία είχε στην πράξη υιοθετήσει τον κανόνα χρυσού, ήδη από τις αρχές του 19ου αιώνα, ενώ χώρες όπως οι ΗΠΑ, τα γερμανικά κρατίδια, η Αυστρο-Ουγγρική αυτοκρατορία, οι Σκανδιναβικές χώρες, η Ρωσία και οι χώρες της Άπω Ανατολής είχαν de facto υιοθετήσει τον κανόνα αργύρου. 

Ο σύνδεσμος μεταξύ των χωρών με κανόνα χρυσού και εκείνων με κανόνα αργύρου, ήταν το νομισματικό σύστημα της Γαλλίας, το οποία αποτελούσε και τη βάση του διεθνούς διμεταλλισμού.

Όταν σε ένα νομισματικό σύστημα υπάρχουν δύο ειδών νομίσματα, ανακύπτει το πρόβλημα πώς θα διατηρηθεί σταθερή η σχετική τιμή τους, ώστε τα νομίσματα να μπορούν να χρησιμοποιούνται εναλλακτικά στα πλαίσια ενός κοινού νομισματικού συστήματος. Για παράδειγμα, δέκα φράγκα σε αργυρά νομίσματα θα πρέπει να είναι συνεχώς ισοδύναμα με δέκα φράγκα σε χρυσά. Αλλιώς, είτε τα αργυρά, είτε τα χρυσά νομίσματα θα εξαφανιστούν από την κυκλοφορία και θα πωλούνται ως μέταλλο στην ελεύθερη αγορά αντί να χρησιμοποιούνται στις συναλλαγές.

Στο παγκόσμιο νομισματικό σύστημα, ο λόγος 15 ½ μέρη αργύρου προς 1 μέρος χρυσού επικρατούσε από την εποχή της Γαλλικής Επανάστασης. Οι γαλλικές νομισματικές αρχές ήταν διατεθειμένες να ανταλλάσσουν χρυσό προς άργυρο σε αυτή την αναλογία, καθώς διακρατούσαν μεγάλες ποσότητες και από τα δύο μέταλλα. Με τον τρόπο αυτό, συνέβαλαν στην επικράτηση της αναλογίας αυτή και διεθνώς, σταθεροποιώντας για μεγάλο μέρος του 19ου αιώνα τη σχετική τιμή χρυσού και αργύρου, και τις ισοτιμίες των νομισμάτων που ήταν είτε σε κανόνα χρυσού, είτε σε κανόνα αργύρου.

Η διατήρηση της ταυτόχρονης κυκλοφορίας τόσο χρυσών όσο και του αργυρών νομισμάτων δεν ήταν εύκολη υπόθεση. Αρχικά, κυκλοφορούσαν στη Γαλλία τόσο χρυσά όσο και αργυρά νομίσματα επειδή η αναλογία 15½ προς 1 ήταν κοντά στην τιμή της αγοράς – δηλαδή, 15½ ουγκιές ασημιού ανταλλάσσονταν για περίπου μια ουγκιά χρυσού στην αγορά μετάλλων. Επιπλέον, έως το 1815 οι Ναπολεόντειοι πόλεμοι εμπόδιζαν την ελεύθερη διεθνή κυκλοφορία πολυτίμων μετάλλων. 

Ωστόσο, μετά το 1815, η τεχνική πρόοδος στην εξόρυξη του αργύρου οδηγούσε σε αύξηση της προσφοράς του και μείωση της σχετικής του τιμής. Η σχέση ανταλλαγής αργύρου-χρυσού στις παγκόσμιες αγορές (σχετική τιμή του χρυσού) παρέμενε πάνω από το 15 1/2 προς 1 (βλ. Γράφημα). Ως αποτέλεσμα, υπήρχε εκροή χρυσού από τη Γαλλία και το νομισματικό της σύστημα λειτουργούσε όλο και περισσότερο ως κανόνας αργύρου. Μετά το 1850 συνέβη το αντίθετο. Η ανακάλυψη νέων κοιτασμάτων χρυσού στην Καλιφόρνια, την Αυστραλία και αλλού αύξησε την σχετική παγκόσμια προσφορά χρυσού και οδήγησε σε μείωση της σχέσης ανταλλαγής αργύρου-χρυσού (σχετικής τιμής του χρυσού), κάτω από το 15 1/2 προς 1. Ο διμεταλλισμός άρχισε να εμφανίζει το αντίθετο πρόβλημα. Εισροή χρυσού και εκροή αργύρου από τη Γαλλία.

Το πρόβλημα της εκροής αργύρου ήταν πολύ πιο σοβαρό για τη Γαλλία από ότι το πρόβλημα της εκροής χρυσού στα χρόνια που είχαν προηγηθεί. Ο λόγος ήταν ότι τα αργυρά νομίσματα ήταν το κυριότερο μέσο πληρωμών και δεν μπορούσαν εύκολα να υποκατασταθούν από χρυσά νομίσματα στις καθημερινές συναλλαγές. Έτσι, η Γαλλία οδηγήθηκε στην έκδοση αργυρών νομισμάτων μικρότερης περιεκτικότητας σε άργυρο ώστε να εξοικονομήσει άργυρο και να αποτρέψει τη μετατροπή τους σε μέταλλο. Ανάλογα προβλήματα είχαν και άλλες χώρες όπως το Βέλγιο, η Ελβετία και η Ιταλία, που είχαν νομισματικά συστήματα που βασίζονταν στο γαλλικό φράγκο. Αυτό τις οδήγησε το 1865 στη δημιουργία της Λατινικής Νομισματικής Ένωσης (ΛΝΕ), προκειμένου να συντονίσουν την περιεκτικότητα των νομισμάτων τους σε άργυρο και να διατηρήσουν τον διμεταλλισμό.

Αξίζει να σημειωθεί ότι και η Ελλάδα επιχείρησε το 1867 να ενταχθεί στη ΛΝΕ, ορίζοντας τη νέα δραχμή, ισοδύναμη με ένα γαλλικό φράγκο. Ωστόσο, λόγω δημοσιονομικών προβλημάτων αναγκάστηκε να αναστείλει τη μετατρεψιμότητα της δραχμής και να υιοθετήσει ένα κανόνα χαρτονομίσματος.

Ο Διεθνής Κανόνας Χρυσού, 1873-1914

Το διμεταλλισμό διαδέχθηκε ο κανόνας χρυσού. Τρεις είναι οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για την ύπαρξη κανόνα χρυσού. Η αμοιβαία μετατρεψιμότητα μεταξύ χρυσού και εγχώριων νομισμάτων, η ελεύθερη εισαγωγή και εξαγωγή χρυσού και ένα σύστημα κανόνων για τη σύνδεση μεταξύ της εγχώριας προσφοράς χρήματος και των αποθεμάτων χρυσού της χώρας.

Ο διεθνής κανόνας χρυσού αποτελούσε στην ουσία ένα σύστημα σταθερών ισοτιμιών μεταξύ των νομισμάτων που μετείχαν σε αυτόν, καθώς κάθε χώρα όριζε την περιεκτικότητα του νομίσματός της σε χρυσό. Δεδομένου ότι όλες οι χώρες είχαν ορίσει την τιμή του χρυσού στο νόμισμά τους, οι ισοτιμίες των νομισμάτων ορίζονταν με απλή διαίρεση των τιμών του χρυσού στα διάφορα νομίσματα.

Η Αγγλία ήταν η πρώτη χώρα που υιοθέτησε τον κανόνα χρυσού ως το εγχώριο νομισματικό της σύστημα. Η εξέλιξη αυτή οφείλετο σε ένα λάθος του Isaac Newton, Διευθυντή του Νομισματοκοπείου. Το 1717, ο Newton όρισε πολύ χαμηλή τιμή για τον άργυρο σε σχέση με το χρυσό, με αποτέλεσμα να εξαφανισθούν από την κυκλοφορία τα αργυρά νομίσματα στη Βρετανία, δεδομένου ότι η διεθνής τιμή του αργύρου ήταν υψηλότερη. Το καθεστώς αυτό νομιμοποιήθηκε εκατό χρόνια αργότερα, το 1822.

Το πρώτο βήμα για τη δημιουργία του διεθνούς κανόνα χρυσού έγινε από τη Γερμανία το 1871. Μετά τη νίκη της στο Γαλλο-πρωσικό Πόλεμο, η Γερμανία εισέπραξε μία τεράστια αποζημίωση σε χρυσό και προχώρησε στη δημιουργία του χρυσού μάρκου. Οι Ευρωπαϊκές χώρες που είχαν διμεταλλικά νομισματικά συστήματα (Ολλανδία, Δανία, Νορβηγία, Σουηδία καθώς και οι χώρες της Λατινικής Νομισματικής Ένωσης), ακολούθησαν σύντομα, καθώς οι ανακαλύψεις αργύρου στη Νεβάδα και οι νέες μέθοδοι εξόρυξης είχαν οδηγήσει σε μεγάλη αύξηση της προσφοράς και πτώση της τιμής του αργύρου. Οι ΗΠΑ προσχώρησαν στο διεθνή κανόνα χρυσού το 1879 και αργότερα προσχώρησε τόσο η Ρωσία όσο και η Ιαπωνία, καθώς και άλλες χώρες.

Κυκλοφορούσαν τραπεζογραμμάτια και δεν υπήρχε παντού πλήρης μετατρεψιμότητα σε χρυσό. Ωστόσο, ο κανόνας χρυσού διέφερε από χώρα σε χώρα. Χώρες όπως η Βρετανία, οι ΗΠΑ και η Γερμανία είχαν πλήρη μετατρεψιμότητα του νομίσματός τους σε χρυσό, ενώ άλλες χώρες όπως η Γαλλία, το Βέλγιο και η Ελβετία είχαν περιορισμούς. Χρυσά νομίσματα δεν κυκλοφορούσαν σε όλες τις χώρες, παρά μόνο στην Αγγλία, τη Γαλλία, τη Γερμανία, τις ΗΠΑ, τη Ρωσία (μετά το 1879), την Αυστραλία, τη Νότιο Αφρική και την Αίγυπτο.

Η διόρθωση των εξωτερικών ανισορροπιών γινόταν μέσω ροών χρυσού και συναλλάγματος. Ταυτόχρονα όμως έπαιζε ρόλο και η πολιτική των επιτοκίων των κεντρικών τραπεζών.

Για να λειτουργεί ο μηχανισμός απαιτείτο όλοι να σέβονται τους ‘κανόνες του παιγνιδιού’. Να μην παρεμβαίνουν και να εμποδίζουν τις ροές χρυσού και συναλλάγματος, ούτε να αλλάζουν τα ποσοστά μεταλλικής κάλυψης των νομισμάτων τους. Αν και οι κανόνες δεν γίνονταν πάντοτε σεβαστοί, η παραβίασή τους δεν δημιουργούσε πολύ σοβαρά προβλήματα πριν τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Ο διεθνής κανόνας χρυσού κατέρρευσε με την έναρξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, καθώς η μετατρεψιμότητα εγκαταλείφθηκε από όλες τις εμπόλεμες χώρες.

Η Νομισματική Αστάθεια του Μεσοπολέμου: 1919-1939

Κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, όλες οι εμπόλεμες χώρες υπέφεραν από επίμονες και έντονες πληθωριστικές πιέσεις, που συνεχίσθηκαν και μετά τη λήξη του. Δεδομένου ότι οι ρυθμοί πληθωρισμού δεν ήταν απλώς υψηλοί, αλλά διέφεραν επίσης σημαντικά από χώρα σε χώρα, και λόγω των οικονομικών καταστροφών που είχε προκαλέσει ο πόλεμος, η άμεση επαναφορά του κανόνα χρυσού στις προπολεμικές ισοτιμίες ήταν ανέφικτη. Καθώς δε το 1919 οι ΗΠΑ εγκατέλειψαν τις προσπάθειες υποστήριξης της στερλίνας και του γαλλικού φράγκου, όλες οι ευρωπαϊκές χώρες δεν είχαν άλλη επιλογή από το να αφήσουν τα νομίσματά τους να κυμαίνονται ελεύθερα. Μόνον το δολάριο παρέμενε συνδεδεμένο με το χρυσό σε όλο αυτό το διάστημα, εκτός από τη διετία 1917-1919, όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες, με την είσοδό τους στον πόλεμο, επέβαλαν περιορισμούς στις εξαγωγές χρυσού.

Η νομισματική αστάθεια και η έντονη μεταβλητότητα των συναλλαγματικών ισοτιμιών στη μεταπολεμική περίοδο οδήγησαν σε προσπάθειες συντονισμού μεταξύ των χωρών για την επαναφορά του κανόνα χρυσού. Πράγματι, οι ευρωπαϊκές χώρες με πρώτη τη Σουηδία το 1924, και κατόπιν τη Γερμανία, τη Μεγάλη Βρετανία και τέλος, τη Γαλλία είχαν προσδέσει, έως το Δεκέμβριο του 1926, τα νομίσματά τους με το δολάριο και το χρυσό. Στην πράξη, ο κανόνας χρυσού-συναλλάγματος κατά το μεσοπόλεμο άρχισε να λειτουργεί τον Απρίλιο του 1925, όταν η Βρετανία επανέφερε τον κανόνα χρυσού. 

Το 1929, οι αντιπληθωριστικές πιέσεις στην Αμερική προκάλεσαν αποπληθωρισμό στην Ευρώπη, καθώς οι χώρες εξακολουθούσαν να υπερασπίζουν τη μετατρεψιμότητα των νομισμάτων τους σε χρυσό και σταθερές συναλλαγματικές ισοτιμίες, με αποτέλεσμα τη στενή σύνδεση της προσφοράς χρήματος, των επιτοκίων και των τιμών των αγαθών διεθνώς.

Σε αντίθεση με το προπολεμικό κανόνα χρυσού, όπου κάθε χώρα υποτίθεται ότι σεβόταν τους ‘κανόνες του παιχνιδιού’, είτε λόγω της κυριαρχίας της Τράπεζας της Αγγλίας, είτε λόγω της αποφυγής αποσταθεροποιητικών παρεμβάσεων από τις υπόλοιπες κεντρικές τράπεζες, στην περίοδο του μεσοπολέμου, οι κανόνες αυτοί συχνά παραβιάζονταν. Εξάλλου, η συνύπαρξη δύο παγκόσμιων νομισματικών κέντρων, του Λονδίνου και της Νέας Υόρκης, και η ενίσχυση του διεθνούς ρόλου του δολαρίου συνετέλεσαν στη μη αποτελεσματική λειτουργία του συστήματος, καθώς ο συντονισμός των εθνικών οικονομικών πολιτικών των δύο κέντρων  ήταν κάθε άλλο παρά εύκολος.

Στις 21 Σεπτεμβρίου 1931 η στερλίνα υποτιμήθηκε και η Μ. Βρετανία εγκατέλειψε τον κανόνα χρυσού. Στις αρχές του 1932, τουλάχιστον 35 χώρες είχαν εγκαταλείψει τον κανόνα χρυσού-συναλλάγματος, σηματοδοτώντας μία νέα περίοδο κυμαινόμενων ισοτιμιών. Η Μ. Βρετανία, οι χώρες της Κοινοπολιτείας, η Ιαπωνία, οι Σκανδιναβικές χώρες και οι χώρες της Λατινικής Αμερικής υιοθέτησαν το νέο νομισματικό σύστημα. Ένας μεγάλος αριθμός εμπορικών εταίρων της Βρετανίας αποφάσισαν να διατηρήσουν σταθερή τη συναλλαγματική ισοτιμία του νομίσματός τους ως προς τη στερλίνα, και να παρακολουθούν τις διακυμάνσεις της ισοτιμίας της ως προς τα άλλα νομίσματα που παρέμεναν συνδεδεμένα με το χρυσό. Η ομάδα των χωρών αυτών περιελάμβανε τις Βρετανικές αποικίες, τις Σκανδιναβικές χώρες, την Πορτογαλία, την Αίγυπτο, τη Λετονία και την Εσθονία. Έτσι διαμορφώθηκε η ‘ζώνη επιρροής της στερλίνας» (sterling area).

Το Μάρτιο του 1933, και για μία περίοδο δύο περίπου χρόνων, οι ΗΠΑ άρχισαν να υποτιμούν το δολάριο έναντι του χρυσού. Μία άλλη ομάδα χωρών, όπως η Κούβα, η Γουατεμάλα, ο Παναμάς, οι Φιλιππίνες και πολλές χώρες της Νοτίου Αμερικής ακολούθησαν τις ΗΠΑ στην εγκατάλειψη του κανόνα χρυσού, προσδένοντας τα νομίσματά τους με το δολάριο. Δημιουργήθηκε έτσι η «ζώνη επιρροής του δολαρίου» (dollar area). Ταυτοχρόνως, η Γερμανία επέβαλε αυστηρούς συναλλαγματικούς περιορισμούς.

Μόνο οι χώρες του Συνασπισμού Χρυσού (Gold Bloc), δηλαδή το Βέλγιο (ως το 1935), η Γαλλία, η Ολλανδία, η Ιταλία, η Ελβετία και η Πολωνία, συνέχισαν να διατηρούν τα νομίσματά τους συνδεδεμένα με το χρυσό. Ο Συνασπισμός Χρυσού διατηρήθηκε έως το Σεπτέμβριο του 1936, όταν υποτιμήθηκε το γαλλικό φράγκο. Μετά τη διάλυσή του, μόνο το δολάριο παρέμεινε σε σταθερή σχέση με το χρυσό.

Το Σύστημα του Bretton Woods: 1944-1973

Το μεταπολεμικό διεθνές νομισματικό σύστημα προέκυψε από τη διεθνή διάσκεψη στο Bretton Woods του New Hampshire, τον Ιούλιο του 1944. Εν όψει του τερματισμού του πολέμου, 44 έθνη συμφώνησαν στις βασικές αρχές του διεθνούς νομισματικού συστήματος, προκειμένου να αποφευχθούν οι αποτυχίες της περιόδου του μεσοπολέμου. Παράλληλα, συμφωνήθηκε η ίδρυση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Διεθνούς Τράπεζας. 

Πρόκειται για μία από τις σπάνιες περιπτώσεις επιτυχίας μίας διεθνούς νομισματικής διάσκεψης, κυρίως λόγω του μεγάλου ειδικού βάρους των ΗΠΑ που επέβαλαν τις απόψεις τους. Ανάλογες νομισματικές διασκέψεις στην περίοδο του μεσοπολέμου δεν είχαν επιτυχία λόγω της μεγαλύτερης συμμετρίας του παγκόσμιου νομισματικού συστήματος, καθώς τόσο το δολάριο, όσο και η στερλίνα και το γαλλικό φράγκο ήταν διεθνή αποθεματικά νομίσματα. Οι διαφωνίες μεταξύ των κυβερνήσεων και των κεντρικών τραπεζών των τριών αυτών χωρών, ΗΠΑ, Βρετανίας και Γαλλίας, συχνά οδηγούσαν τις διασκέψεις του μεσοπολέμου σε αδιέξοδο.

Αυτό που προέκυψε από τις συμφωνίες του Bretton Woods ήταν η δημιουργία ενός συστήματος σταθερών αλλά αναπροσαρμόσιμων ισοτιμιών, βασισμένου στον κανόνα χρυσού-συναλλάγματος. Το σύστημα ήταν στην ουσία ένας κανόνας χρυσού-δολαρίου, αφού οι ισοτιμίες των νομισμάτων καθορίζονταν σε σχέση είτε με το χρυσό, είτε με το δολάριο και οι κεντρικές τράπεζες διατηρούσαν αποθέματα είτε σε δολάρια, είτε σε χρυσό.

Οι χώρες που είχαν ελλείμματα στο ισοζύγιο πληρωμών τους, είχαν τη δυνατότητα δανεισμού από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ), έτσι ώστε να υποβοηθείται η διατήρηση των σταθερών ισοτιμιών. Το ΔΝΤ είχε ακόμη ως στόχο να βοηθήσει στην προοδευτική κατάργηση των συναλλαγματικών περιορισμών, ώστε να προωθηθούν οι διεθνείς εμπορικές συναλλαγές.

Ακόμη σημαντικότερη, όμως, ήταν η πρόβλεψη της δυνατότητας εφάπαξ αναπροσαρμογής των ισοτιμιών, σε περιπτώσεις «θεμελιώδους ανισορροπίας» (fundamental disequilibrium) στο ισοζύγιο πληρωμών. Τέτοια πρόβλεψη δεν υπήρχε στο σύστημα του κανόνα χρυσού. Οι διάφορες χώρες που μετείχαν στο σύστημα, είχαν τη δυνατότητα να προχωρούν σε αναπροσαρμογή (υποτίμηση) των ισοτιμιών των νομισμάτων τους σε περιπτώσεις «θεμελιώδους ανισορροπίας», ειδοποιώντας το ΔΝΤ.

Η δυνατότητα αναπροσαρμογής των ισοτιμιών χρησίμευε ως βαλβίδα ασφαλείας για το σύστημα, καθώς απέτρεπε τη συσσώρευση μεγάλων ανισορροπιών. Χρησιμοποιήθηκε δε ευρύτατα ακόμη και από μεγάλες οικονομίες, όπως η Γερμανία, η Βρετανία και η Γαλλία.

Το σύστημα του Bretton Woods σταδιακά άρχισε να κλυδωνίζεται ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1960. Η υποτίμηση της στερλίνας το 1967, του γαλλικού φράγκου το 1968, η καθιέρωση δύο αγορών χρυσού το 1968 και η επιτάχυνση του πληθωρισμού στις ΗΠΑ είναι μερικά μόνο από τα συμπτώματα των προβλημάτων του συστήματος. 

Βαθύτεροι λόγοι ήταν η απόκλιση των δημοσιονομικών και νομισματικών πολιτικών των κυριοτέρων βιομηχανικών οικονομιών, και ιδιαίτερα οι μεγάλες νομισματικές επεκτάσεις στις ΗΠΑ, λόγω της χρηματοδότησης της επέκτασης του κοινωνικού κράτους και της κλιμάκωσης του πολέμου του Βιετνάμ. Στην αποσταθεροποίησή του έπαιξαν ρόλο οι ασυμμετρίες του, λόγω του ιδιαίτερου ρόλου του δολαρίου, η σταδιακή de facto απελευθέρωσης των κινήσεων κεφαλαίου, αλλά κυρίως η διάσταση της μακροοικονομικής πολιτικής των ΗΠΑ με τη μακροοικονομική πολιτική των υπολοίπων αναπτυγμένων οικονομιών. 

Προς τα τέλη της δεκαετίας του 1960, οι κερδοσκοπικές πιέσεις έναντι του δολαρίου αυξήθηκαν. Η αρχή του τέλους σημειώθηκε με την αναστολή της μετατρεψιμότητας του δολαρίου σε χρυσό από τις νομισματικές αρχές των ΗΠΑ τον Αύγουστο του 1971. Στα τέλη του 1971 έγινε η τελευταία προσπάθεια διάσωσης του καθεστώτος των σταθερών ισοτιμιών. Μετά από συνάντηση εκπροσώπων των δέκα μεγαλυτέρων βιομηχανικών οικονομιών, συμφωνήθηκε (Συμφωνία του Smithsonian) να υποτιμηθεί το δολάριο έναντι του χρυσού και να ανατιμηθεί το γιεν, το μάρκο, το ελβετικό φράγκο και τα νομίσματα των χωρών της ΕΟΚ. Η δραχμή παρέμεινε σταθερή ως προς το δολάριο, αλλά αυτό στην ουσία σήμαινε υποτίμησή της κατά 6,5-8%, όση περίπου ήταν η υποτίμηση του δολαρίου έναντι ενός σταθμικού μέσου των υπόλοιπων νομισμάτων.

Παρά τις προσπάθειες διάσωσης του συστήματος, τον Μάρτιο του 1973, οι άλλες μεγάλες βιομηχανικές οικονομίες αποφάσισαν να αφήσουν τα νομίσματά τους να διακυμαίνονται ελεύθερα, τερματίζοντας ουσιαστικά το σύστημα του Bretton Woods.

Ο Τρέχον Κανόνας Δολαρίου ως Σύστημα Πολλαπλών Επιλογών

Μετά την εγκατάλειψη του συστήματος σταθερών ισοτιμιών του Bretton Woods, ακολούθησε η μεγάλη αύξηση των τιμών του πετρελαίου στο διάστημα Οκτωβρίου-Δεκεμβρίου 1973, κατά τη διάρκεια του αραβοϊσραηλινού πολέμου, καθώς και η αύξηση των τιμών των πρώτων υλών. Ο κόσμος μετέβη σε ένα καθεστώς κυμαινομένων ισοτιμιών, που σε μεγάλο βαθμό διατηρείται έως σήμερα.

Το σημερινό σύστημα χαρακτηρίζεται από μεγάλη ποικιλία στις επιλογές των διαφόρων χωρών σε σχέση με τρίλημμα των ανοικτών οικονομιών. Οι κύριες βιομηχανικές χώρες (ΗΠΑ, Ευρωπαϊκή Ένωση, Ιαπωνία) έχουν επιλέξει κυμαινόμενες ισοτιμίες μεταξύ τους. Πολλές αναδυόμενες οικονομίες επέλεξαν σταθερές ισοτιμίες, κυρίως με το δολάριο. Πολλές οικονομίες άλλαξαν ακόμη και το νόμισμά τους και το αντικατέστησαν είτε με το δολάριο (Εκουαδόρ), είτε με το ευρώ (Μαυροβούνιο). Δημιουργήθηκαν περιφερειακά συστήματα σταθερών ισοτιμιών, όπως το Ευρωπαϊκό Νομισματικό Σύστημα ή νέα νομίσματα, όπως το ευρώ.

Το σημερινό σύστημα κυμαινομένων ισοτιμιών δεν συγκρίνεται με τη χαοτική κατάσταση της περιόδου του μεσοπολέμου. Ενώ αρχικά υπήρξε σημαντική αύξηση του πληθωρισμού παγκοσμίως, αυτή πολύ γρήγορα τέθηκε υπό έλεγχο. Υπήρξε μεγάλη επέκταση του διεθνούς εμπορίου και σταθερή απελευθέρωση των διεθνών αγορών χρήματος και κεφαλαίου. 

Από την άλλη, οι ελπίδες των υποστηρικτών του συστήματος για αυτόματη αποκατάσταση της ‘εξωτερικής ισορροπίας’ δεν ευοδώθηκαν. Και το σημερινό σύστημα χαρακτηρίζεται από σημαντικές ανισορροπίες στα ισοζύγια πληρωμών, έντονη μεταβλητότητα των συναλλαγματικών ισοτιμιών και μεγάλες επίμονες διακυμάνσεις στη διεθνή ανταγωνιστικότητα των διαφόρων χωρών.

Το σύστημα είναι πιο συμμετρικό σε σχέση με το παρελθόν, ιδιαίτερα μετά τη δημιουργία του ευρώ, αν και το δολάριο παραμένει το κυρίαρχο αποθεματικό νόμισμα. Ο συντονισμός των μακροοικονομικών πολιτικών μεταξύ των μεγαλυτέρων οικονομιών είναι σχετικά χαλαρός και γίνεται μέσω ομάδων χωρών όπως η  G-7, G-20 κλπ.

Σύνδεσμος στις Διαφάνειες της Διάλεξης

Διδακτικά Εγχειρίδια

Διεθνής Οικονομική και Παγκόσμια Οικονομία, Κεφ. 22

Διεθνής Οικονομική: Θεωρία και Πολιτική, Κεφ. 18-19