Γιώργος Αλογοσκούφης
Μία από τις σημαντικότερες θεσμικές καινοτομίες της περιόδου μετά την κατάρρευση του Bretton Woods, υπήρξε η ανάπτυξη περιφερειακών νομισματικών ρυθμίσεων. Το πιο επιτυχημένο παράδειγμα είναι αναμφισβήτητα η ευρωπαϊκή νομισματική ολοκλήρωση.
Μετά την αστάθεια της δεκαετίας του 1970, οι ευρωπαϊκές χώρες επιδίωξαν να περιορίσουν τη μεταβλητότητα των συναλλαγματικών ισοτιμιών μέσω του Ευρωπαϊκού Νομισματικού Συστήματος (ΕΝΣ), το οποίο τελικά εξελίχθηκε στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση (ΟΝΕ).
Η εισαγωγή του ευρώ το 1999 αποτέλεσε ένα άνευ προηγουμένου βήμα: ένα κοινό νόμισμα που μοιράζονται ανεξάρτητα κυρίαρχα κράτη χωρίς ενοποιημένη δημοσιονομική αρχή. Το ευρώ στόχευε στην εξάλειψη του συναλλαγματικού κινδύνου εντός της Ευρώπης, στην ενίσχυση της νομισματικής σταθερότητας και στη δημιουργία ενός δυνητικού αντισταθμίσματος έναντι του δολαρίου ΗΠΑ.
Παρότι το ευρώ έχει καταστεί το δεύτερο σημαντικότερο διεθνές νόμισμα παγκοσμίως, η κρίση της ζώνης του ευρώ αποκάλυψε θεμελιώδεις αδυναμίες σχεδιασμού, όπως η απουσία δημοσιονομικής ένωσης, οι περιορισμένοι μηχανισμοί επιμερισμού κινδύνων και η ανεπαρκής τραπεζική ολοκλήρωση. Οι αδυναμίες αυτές αναδεικνύουν τόσο τις δυνατότητες όσο και τα όρια των περιφερειακών λύσεων μέσα σε ένα κατακερματισμένο παγκόσμιο νομισματικό σύστημα.
Τα Ευρωπαϊκά Νομίσματα και το Σύστημα του Bretton Woods
Οι περισσότερες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως άλλωστε και η Ελλάδα, ήταν ιδρυτικά μέλη του συστήματος του Bretton Woods, του συστήματος σταθερών αλλά αναπροσαρμόσιμων ισοτιμιών, που υιοθετήθηκε μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Σύντομα μετά την κατάρρευση του συστήματος του Bretton Woods, οι οικονομίες της ΕΕ (τότε Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, ΕΟΚ) συνειδητοποίησαν ότι οι κυμαινόμενες συναλλαγματικές ισοτιμίες δημιουργούσαν σοβαρά προβλήματα στο μεταξύ τους εμπόριο και τη λειτουργία των εξελισσόμενων κοινών κοινοτικών πολιτικών.
Άλλωστε, από τα τέλη της δεκαετίας του 1960, πριν από την κατάρρευση του συστήματος του Bretton Woods, οι χώρες της τότε ΕΟΚ, επιδίωκαν να δημιουργήσουν ένα θεσμικό πλαίσιο μέσα στο οποίο θα μπορούσαν να σταθεροποιήσουν τις ισοτιμίες των νομισμάτων τους, πέραν των απαιτήσεων του υφιστάμενου τότε διεθνούς νομισματικού συστήματος.
Το καθοριστικό πρώιμο σχέδιο υπήρξε η Έκθεση Werner (1970), που ανατέθηκε από την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα (ΕΟΚ) σε μία επιτροπή στην οποία προέδρευε ο πρωθυπουργός του Λουξεμβούργου Πιερ Βέρνερ.
Η έκθεση περιέγραφε μια πορεία προς τη νομισματική ένωση έως το 1980.
Η βασική της ιδέα ήταν ότι το αμετάκλητο «κλείδωμα» των συναλλαγματικών ισοτιμιών θα διαφύλασσε την Κοινή Αγορά και θα μείωνε την έκθεση της Ευρώπης σε εξωτερικούς κλυδωνισμούς.
Η έκθεση συνιστούσε μια κεντρική αρχή για την καθοδήγηση και εναρμόνιση των εθνικών οικονομικών πολιτικών, συμπεριλαμβανομένης της συγκέντρωσης δημοσιονομικών λειτουργιών σε κοινοτικό επίπεδο και της ταχύτερης ενοποίησης των αγορών συντελεστών και αγαθών.
Αντί να προτείνει άμεσα μια πλήρως ενοποιημένη κεντρική τράπεζα, οραματιζόταν ένα ‘Ευρωπαϊκό Σύστημα Εθνικών Κεντρικών Τραπεζών’ και μια προοδευτική ενίσχυση των δεσμεύσεων στις συναλλαγματικές ισοτιμίες.
Αν και υιοθετήθηκε επίσημα, το σχέδιο εκτροχιάστηκε από μεταγενέστερα γεγονότα—πρωτίστως από την κατάρρευση του Bretton Woods—ωστόσο παρείχε το διανοητικό θεμέλιο για τη μεταγενέστερη ευρωπαϊκή απάντηση σε αυτή την κατάρρευση.
Το ‘Φίδι’: Πρώτη Απόπειρα Νομισματικής Συνεργασίας
Ήδη μετά τη συμφωνία Smithsonian του 1971, και πριν την πλήρη κατάρρευση του συστήματος του Bretton Woods το 1973, οι χώρες της ΕΟΚ προσπάθησαν να περιορίσουν τη διακύμανση των διμερών συναλλαγματικών ισοτιμιών τους σε ένα εύρος ± 41/2 %, σε μια ρύθμιση γνωστή ως το ‘φίδι’.
Διατήρησαν αυτή τη ρύθμιση και μετά το 1973. Η Δανία, η Ιρλανδία και το Ηνωμένο Βασίλειο, όταν έγιναν μέλη της ΕΟΚ, επίσης συμμετείχαν στο ‘φίδι’.
Εντούτοις, λόγω των αποκλινουσών νομισματικών πολιτικών και των ποσοστών πληθωρισμού μεταξύ των βασικών οικονομιών της Γερμανίας, της Γαλλίας και της Ιταλίας, το ‘φίδι’ βρέθηκε σύντομα υπό πίεση, παρά το γεγονός ότι προέβλεπε βραχυπρόθεσμες και πολύ βραχυπρόθεσμες διευκολύνσεις χρηματοδότησης για τα ασθενέστερα νομίσματα.
Η Ιταλία αποσύρθηκε από το ‘φίδι’ στις αρχές του 1973. Τον Ιανουάριο του 1974 η Γαλλία εξαναγκάστηκε να αποσυρθεί και αυτή. Παρέμεινε εκτός μέχρι τον Ιούλιο του 1975, όταν και επανήλθε. Η Γαλλία αποσύρθηκε πάλι από το ‘φίδι’ τον Μάρτιο του 1976, λόγω της ασυμβατότητας της γερμανικής και της γαλλικής αντίδρασης στην πρώτη διεθνή πετρελαϊκή κρίση.
Τον Οκτώβριο του 1976 υπήρξε μια συμφωνία για μεταβολές των συναλλαγματικών ισοτιμιών, η επονομαζόμενη ‘αναδιάρθρωση της Φρανκφούρτης’. Ακολούθησαν περαιτέρω αναπροσαρμογές. Η Σουηδία αποχώρησε το 1977.
Στο τέλος το ‘φίδι’ απέτυχε ως μηχανισμός διασφάλισης της σταθερότητας των συναλλαγματικών ισοτιμιών στην Ευρώπη, με εξαίρεση σύντομες περιόδους. Μέρος του λόγου της αποτυχίας ήταν η πρώτη πετρελαϊκή κρίση και οι ασύμμετρες οικονομικές συνέπειές της στην Ευρώπη. Μια δεύτερη ασυμμετρία συνδέθηκε με τις διαφορετικές προσεγγίσεις εντός της ΕΟΚ, αναφορικά με την κατάλληλη αντίδραση της οικονομικής πολιτικής στην πετρελαϊκή κρίση.
Το Ευρωπαϊκό Νομισματικό Σύστημα
Παρά την αποτυχία των αρχικών τους προσπαθειών, οι χώρες της ΕΕ δεν σταμάτησαν να επιδίωκουν τη στενότερη νομισματική συνεργασία. Το 1978, προχώρησαν στη δημιουργία του Ευρωπαϊκού Νομισματικού Συστήματος (ΕΝΣ), μίας πιο φιλόδοξης και συντονισμένης προσπάθειας να διασφαλισθεί μια σχετική σταθερότητα συναλλαγματικών ισοτιμιών στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα.
Η σταθερότητα αυτή θεωρήθηκε απαραίτητη προϋπόθεση για την αποτελεσματική λειτουργία των υπόλοιπων μηχανισμών της Κοινότητας, όπως το ελεύθερο διακοινοτικό εμπόριο, η Κοινή Αγροτική Πολιτική, η περιφερειακή και διαρθρωτική πολιτική και, πιο πρόσφατα, το πρόγραμμα της Ενιαίας Αγοράς.
Η πρωτοβουλία ανήκε στον άξονα Γαλλίας και Γερμανίας και οι λεπτομέρειες καθορίσθηκαν σε δύο ευρωπαϊκά συμβούλια, της Βρέμης τον Ιούλιο του 1978 και των Βρυξελλών το Δεκέμβριο του ίδιου έτους.
Τέσσερα ήταν τα κύρια στοιχεία που καθόριζαν το Ευρωπαϊκό Νομισματικό Σύστημα:
- Η Ευρωπαϊκή Νομισματική Μονάδα, το ECU (European Currency Unit)
- Ο Μηχανισμός Συναλλαγματικών Ισοτιμιών (ΜΣΙ)
- Οι Χρηματοδοτικές Διευκολύνσεις
- Οι Αναδιατάξεις των Ισοτιμιών
Όλες οι χώρες της τότε ΕOΚ μετείχαν από την αρχή στο Ευρωπαϊκό Νομισματικό Σύστημα. Ωστόσο το Ηνωμένο Βασίλειο δεν μετείχε στο ΜΣΙ, και η στερλίνα εξακολούθησε να διακυμαίνεται ελεύθερα.
Επιπλέον, η Ελλάδα, μετά την ένταξή της το 1981, δεν μετέσχε στον ΜΣΙ και έτσι διατήρησε την αυτονομία της νομισματικής και συναλλαγματικής της πολιτικής, ενισχύοντας την πολιτική της διολίσθησης της ισοτιμίας της δραχμής.
Από την έναρξη της λειτουργίας του, το ΕΝΣ περιόρισε τις διακυμάνσεις των συναλλαγματικών ισοτιμιών στην Ευρώπη, συμβάλλοντας έτσι στη σταθεροποίηση των σχετικών τιμών. Ωστόσο, παρά το συμμετρικό σχεδιασμό του, το ΕΝΣ λειτούργησε ασύμμετρα. Οι ασυμμετρίες του προέρχονταν από το γεγονός ότι η νομισματική πολιτική της Γερμανίας ήταν συστηματικά πιο περιοριστική από ό,τι στις υπόλοιπες οικονομίες που μετείχαν στο σύστημα, και από το γεγονός ότι το γερμανικό μάρκο αποτελούσε διεθνές αποθεματικό νόμισμα σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από τα υπόλοιπα νομίσματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Το Ευρωπαϊκό Νομισματικό Σύστημα οδήγησε σε σταθεροποίηση των ισοτιμιών των νομισμάτων που μετείχαν σε αυτό, παρά τις σημαντικές αναδιατάξεις της περιόδου 1981-1983 (αποτέλεσμα της χαλάρωσης της νομισματικής και δημοσιονομικής πολιτικής της Γαλλίας αμέσως μετά την εκλογή ως Προέδρου του Francois Mitterand και της διεθνούς ενίσχυσης του δολαρίου των ΗΠΑ) και του 1986 (αποτέλεσμα της διεθνούς αδυναμίας του δολαρίου έναντι του γερμανικού μάρκου).
Στα τέλη της δεκαετίας του 1980 και στις αρχές της δεκαετίας του 1990, το ΕΝΣ έμοιαζε ολοένα και περισσότερο με μια ευρεία ζώνη του γερμανικού μάρκου (DM). Οι αναπροσαρμογές έγιναν σπάνιες μεταξύ 1986 και 1992, καθώς η Γαλλία, η Ιταλία και άλλες χώρες άρχισαν να ακολουθούν πιο περιοριστική νομισματική πολιτική, ευθυγραμμιζόμενες με την αντιπληθωριστική στάση της Bundesbank. Αυτή η σύγκλιση παρήγαγε συλλογικό αποπληθωριστικό αποτέλεσμα, αλλά ταυτόχρονα εδραίωσε το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα της Γερμανίας.
Στα τέλη του 1991, μετά από τη Διακυβερνητική Διάσκεψη, υπεγράφη στο Maastricht της Ολλανδίας από όλα τα κράτη-μέλη η Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Με βάση τη συνθήκη αυτή, πέραν του προγράμματος της Ενιαίας Αγοράς, τέθηκε ένα χρονοδιάγραμμα για την υιοθέτηση του ενιαίου νομίσματος. Οι προθεσμίες και το χρονοδιάγραμμα του σεναρίου εισαγωγής του νέου νομίσματος ενεκρίθησαν από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Μαδρίτης το Δεκέμβριο του 1995. Τότε αποφασίστηκε επίσης το όνομα «ευρώ» για το ενιαίο νόμισμα.
Παρά την κρίση που αντιμετώπισε το ΕΝΣ την περίοδο 1992-1993, την έξοδο της στερλίνας και την προσωρινή έξοδο της ιταλικής λιρέττας, το σχέδιο για τη δημιουργία του ευρώ προχώρησε.
Αναλυτικά, το χρονοδιάγραμμα προέβλεπε ότι έως την 1η Ιανουαρίου 1994 θα είχε ολοκληρωθεί η ενιαία αγορά και όλα τα εθνικά κοινοβούλια θα είχαν επικυρώσει τη συνθήκη. Επίσης, προέβλεπε την απαγόρευση της νομισματικής χρηματοδότησης των δημοσιονομικών ελλειμμάτων, την άρση όλων των περιορισμών στην κίνηση κεφαλαίων και την προετοιμασία για συμμετοχή στο Μηχανισμό Συναλλαγματικών Ισοτιμιών του Ευρωπαϊκού Νομισματικού Συστήματος καθώς και την πολιτική ανεξαρτητοποίηση των κεντρικών τραπεζών. Με αυτές τις προϋποθέσεις άρχισε το δεύτερο στάδιο της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης (ΟΝΕ).
Η συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση προέβλεπε επίσης την υιοθέτηση στόχων για τη μείωση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων κάτω από το 3% του ΑΕΠ, του δημόσιου χρέους κάτω από το 60% του ΑΕΠ και του πληθωρισμού και των ονομαστικών επιτοκίων κοντά στο μέσο όρο των χωρών με το χαμηλότερο πληθωρισμό. Η επίτευξη αυτών των στόχων υιοθετήθηκε ως απαραίτητη προϋπόθεση για τη συμμετοχή μιας χώρας στο τρίτο στάδιο της ΟΝΕ.
Το τρίτο στάδιο άρχισε την 1η Ιανουαρίου 1999 με τον καθορισμό αμετάκλητα σταθερών ισοτιμιών των νομισμάτων των συμμετεχουσών χωρών μεταξύ αυτών και του ενιαίου νομίσματος. Το Μάιο του 1998 αποφασίστηκε ποιές χώρες θα συμμετάσχουν στην τρίτη φάση της ΟΝΕ. Η επιλογή των 11 χωρών έγινε με βάση τα πέντε δημοσιονομικά και νομισματικά κριτήρια σύγκλισης της συνθήκης του Maastricht. Η τρίτη φάση ολοκληρώθηκε την 1η Ιανουαρίου 2001 με την εισαγωγή του ευρώ σε λογιστική μορφή. Από την 1η Ιανουαρίου 2002 το ευρώ αποτελεί νόμιμο χρήμα, με την εισαγωγή του σε φυσική μορφή στις καθημερινές συναλλαγές. Την ημέρα αυτή, άρχισε η κυκλοφορία των τραπεζογραμματίων και κερμάτων σε ευρώ και η σταδιακή (εντός δύο μηνών) απόσυρση των εθνικών νομισμάτων.

Το Ευρώ: Από την Ευφορία στην Κρίση
Από την 1η Ιανουαρίου 2001 στην οικονομία της ζώνης του ευρώ ασκείται ενιαία νομισματική πολιτική από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα4, που στοχεύει στη διασφάλιση της σταθερότητας των τιμών.
Μετά τη δημιουργία της Ευρωζώνης, ένας κεντρικός πυλώνας του συντονισμού της μακροοικονομικής πολιτικής υπήρξε το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης. Το Σύμφωνο απαιτεί από όλες τις οικονομίες στην Ευρωζώνη και την ΕΕ να διατηρούν τα δημοσιονομικά ελλείμματα πάντοτε κάτω από το 3% του ΑΕΠ, να επιδιώκουν τη δημοσιονομική ισορροπία μεσοπρόθεσμα και να διασφαλίζουν ότι το δημόσιο χρέος δεν υπερβαίνει το 60% του ΑΕΠ, ή να τείνει προς το στόχο αυτό.
Το Σύμφωνο προβλέπει διορθωτική δράση για τις οικονομίες εκείνες, που δεν ικανοποιούν αυτούς τους δημοσιονομικούς στόχους. Το Σύμφωνο αναθεωρήθηκε το 2005, αφού αρκετές οικονομίες, περιλαμβανομένης της Γερμανίας και της Γαλλίας, απέτυχαν να διορθώσουν εγκαίρως τα υπερβολικά τους ελλείμματα. Το αναθεωρημένο Σύμφωνο είναι πιο ευέλικτο όσον αφορά το διαθέσιμο χρόνο για τη διόρθωση των υπερβολικών ελλειμμάτων, αλλά είναι πιο απαιτητικό όσον αφορά την επίτευξη δημοσιονομικής ισορροπίας. Οι οικονομίες που δεν έχουν πετύχει δημοσιονομική ισορροπία, πρέπει στις αποκαλούμενες «καλές εποχές» να μειώνουν τα ελλείμματά τους κατά τουλάχιστον 0,5% του ΑΕΠ ετησίως.
Τα πρώτα δέκα περίπου χρόνια της λειτουργίας της ευρωζώνης ήταν μια περίοδος μακροοικονομικής ευφορίας, με υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης και χαμηλό πληθωρισμό για όλες σχεδόν τις χώρες.
Μεταξύ του 1999 και του 2007, των πρώτων εννέα ετών πριν από την κρίση της ζώνης του ευρώ, το πραγματικό κατά κεφαλήν ΑΕΠ αυξήθηκε με μέσο ετήσιο ρυθμό περίπου 1,7%. Αυτό ήταν το ίδιο όπως και στις ΗΠΑ και σημαντικά υψηλότερο από το μέσο ποσοστό ανάπτυξης 1,4% στην Ιαπωνία.
Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ στις οικονομίες της ‘περιφέρειας’ (Ελλάδα, Ιρλανδία, Ισπανία και Πορτογαλία) αυξανόταν ταχύτερα από το μέσο όρο της Eυρωζώνης των 12 (ΕΖ-12), περίπου 2,6% ετησίως. Το ίδιο ισχύει για τις μικρές οικονομίες του πυρήνα (Αυστρία, Βέλγιο, Λουξεμβούργο, Ολλανδία, Φινλανδία), οι οποίες παρουσίασαν επίσης υψηλότερους από τους μέσους ρυθμούς μεγέθυνσης, με ποσοστά 2,0% ετησίως. Ωστόσο, ο μέσος ετήσιος ρυθμός αύξησης στις τρεις μεγαλύτερες οικονομίες ήταν χαμηλότερος από το μέσο όρο της ευρωζώνης. (Γερμανία, 1,7%, Γαλλία 1,4%, Ιταλία 1,1%).
Επιπλέον, τα μέσα ποσοστά ανεργίας μειώθηκαν σημαντικά. Για την ευρωζώνη των 12, το μέσο ποσοστό ανεργίας μειώθηκε από 9,8% στη δεκαετία του 1990 σε 8,5% το 2000-2007. Τα μέσα ποσοστά ανεργίας στην περιφέρεια μειώθηκαν ακόμη περισσότερο, από 14,6% στη δεκαετία του 1990 σε 9,3% κατά την περίοδο 2000-2007. Στις μικρότερες οικονομίες του πυρήνα ο μέσος όρος των ποσοστών ανεργίας μειώθηκε από 7,1% στη δεκαετία του 1990 σε 5,9% το 2000-2007.
Η περιφέρεια αποκόμισε επίσης τα μεγαλύτερα οφέλη όσον αφορά την περαιτέρω μείωση του πληθωρισμού. Ο μέσος ετήσιος ρυθμός πληθωρισμού στις οικονομίες της περιφέρειας μειώθηκε από 5,3% στη δεκαετία του 1990 σε 3,3% το 2000-2007.
Η άμεση αιτία της επιτάχυνσης της οικονομικής μεγέθυνσης στις χώρες της περιφέρειας της ζώνης του ευρώ ήταν η μεγάλη πτώση των πραγματικών επιτοκίων τους, καθώς μετά την εξάλειψη των προσδοκιών υποτίμησης τα επιτόκια αυτά συνέκλιναν με τα επιτόκια της Γερμανίας και των μικρότερων οικονομιών του πυρήνα.
Ωστόσο, δεν ήταν όλα ρόδινα μετά την εισαγωγή του ευρώ. Ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά της περιόδου 1999-2007 ήταν η ανάπτυξη σημαντικών εξωτερικών ανισορροπιών μεταξύ των οικονομιών της περιφέρειας και του πυρήνα της ευρωζώνης. Αυτές οι εξωτερικές ανισορροπίες οδήγησαν στη γρήγορη και υπερβολική αύξηση του διεθνούς χρέους των χωρών της περιφέρειας της ζώνης του ευρώ, γεγονός που τις κατέστησε εξαιρετικά ευάλωτες μετά τη διεθνή χρηματοπιστωτική κρίση του 2008-2009.
Η διεύρυνση των εξωτερικών ανισορροπιών συνέβη για τον ίδιο λόγο που υπήρξε μεγαλύτερη επιτάχυνση της οικονομικής μεγέθυνσης στην περιφέρεια σε σχέση με τον πυρήνα. Η απότομη πτώση των πραγματικών επιτοκίων στις χώρες της περιφέρειας, που συνέκλιναν με εκείνα των χωρών του πυρήνα, οδήγησε σε μεγαλύτερη αύξηση των επενδύσεων και της κατανάλωσης στην περιφέρεια, η οποία, μέσω της συνολικής ζήτησης, οδήγησε σε επιτάχυνση της οικονομικής μεγέθυνσης αλλά και σε διεύρυνση των εξωτερικών ανισορροπιών.
Για μεγάλο χρονικό διάστημα οι κίνδυνοι από την πτώση των πραγματικών επιτοκίων και την επακόλουθη διεύρυνση των εξωτερικών ανισορροπιών υποτιμήθηκαν. Πολλοί μάλιστα θεώρησαν την πτώση των επιτοκίων ως ιδιαίτερα ευεργετική για τις οικονομίες της περιφέρειας και ένδειξη μιας επιτυχημένης οικονομικής ολοκλήρωσης μεταξύ της περιφέρειας και του πυρήνα της ΕΕ.
Ένα σημαντικό πρόβλημα ήταν ότι μεγάλο μέρος των πρόσθετων επενδύσεων στην περιφέρεια κατευθύνθηκε στους τομείς των μη εμπορευσίμων διεθνώς αγαθών, όπως δημόσιες επενδύσεις και επενδύσεις σε ακίνητα, της στέγασης συμπεριλαμβανομένης. Ως εκ τούτου, η αύξηση του εξωτερικού χρέους δεν συνδέθηκε με την αύξηση της εξαγωγικής ικανότητας των οικονομιών της περιφέρειας. Αυτό δεν ήταν παράξενο, δεδομένου ότι όλες σχεδόν οι οικονομίες της περιφέρειας εισήλθαν στη ζώνη του ευρώ μετά από μία περίοδο επιδείνωσης της διεθνούς τους ανταγωνιστικότητας.
Ακόμη χειρότερο όμως ήταν ότι τα χαμηλά πραγματικά επιτόκια και οι εισροές κεφαλαίων συνέβαλαν στο να δημιουργηθούν ‘φούσκες’ των τιμών των ακινήτων. Όταν οι ‘φούσκες’ αυτές έσκασαν μετά τη διεθνή χρηματοπιστωτική κρίση, υπήρξαν σημαντικές απώλειες για τους επενδυτές και τις εγχώριες τράπεζες οι οποίες τους είχαν δανείσει.
Λόγω της στενής σχέσης μεταξύ των κυβερνήσεων και των εγχώριων τραπεζών, υπεύθυνες για τη διάσωση των τραπεζών ήταν οι κυβερνήσεις και όχι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Έτσι, η κατάρρευση των τιμών των ακινήτων οδήγησε τελικά σε αύξηση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων και χρεών ακόμη και σε χώρες όπως η Ιρλανδία και η Ισπανία, που κατά τα άλλα είχαν αντιμετωπίσει το δημοσιονομικό τους πρόβλημα.
Οι εισροές συνέβαλαν επίσης στην αύξηση των μισθών και του κόστους εργασίας, γεγονός που οδήγησε σε συνεχείς απώλειες ανταγωνιστικότητας που συνέβαλαν περαιτέρω στη διεύρυνση των ελλειμμάτων του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών. Όλες οι οικονομίες της περιφέρειας – Ελλάδα, Ιρλανδία, Πορτογαλία και Ισπανία – είχαν ρυθμούς πληθωρισμού πάνω από το μέσο όρο της ζώνης του ευρώ. Από την άλλη, όλες οι οικονομίες του πυρήνα, εκτός από την Ολλανδία και το Λουξεμβούργο, είχαν ρυθμούς πληθωρισμού κάτω από το μέσο όρο της ζώνης του ευρώ.
Ως εκ τούτου, οι οικονομίες της περιφέρειας δεν επένδυαν επαρκώς σε τομείς οι οποίοι θα βοηθούσαν μακροπρόθεσμα στην εξυπηρέτηση του αυξανόμενου εξωτερικού χρέους τους, και επιπλέον έχαναν συνεχώς σε διεθνή ανταγωνιστικότητα.
Η συσσώρευση των ανισορροπιών των ισοζυγίων τρεχουσών συναλλαγών είχε ως αποτέλεσμα την αντίστοιχη συσσώρευση χρηματοπιστωτικών ανισορροπιών. Αυτές μεταδόθηκαν στις οικονομίες του πυρήνα που χρηματοδότησαν τα ελλείμματα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών της περιφέρειας, αλλά και τις υψηλότερες επενδύσεις στις ίδιες τις οικονομίες του πυρήνα.
Ο σωρρευτικός πρόσθετος δανεισμός των τραπεζών της Ιρλανδίας ανήλθε σχεδόν στο τετραπλάσιο του ΑΕΠ της χώρας. Για τις τράπεζες στην Αυστρία ανήλθε σε 2,5 φορές το ΑΕΠ. Για τις τράπεζες στην Ισπανία, το Βέλγιο και τη Γαλλία ο νέος τραπεζικός δανεισμός ήταν πάνω από 100% του ΑΕΠ.
Μέχρι το 2007, πολλές τράπεζες της ζώνης του ευρώ δεν ήταν μόνο πολύ ‘μεγάλες για να αποτύχουν’, ήταν επίσης πολύ ‘μεγάλες για να σωθούν’. Καθώς η ευρωζώνη δεν ήταν τραπεζική ένωση, η διάσωση των τραπεζών παρέμενε εθνική ευθύνη. Οι τράπεζες στην Ιρλανδία είχαν υποχρεώσεις ισοδύναμες με 7 φορές το Ιρλανδικό ΑΕΠ. Οι τράπεζες στις οικονομίες του πυρήνα της ζώνης του ευρώ δεν βρίσκονταν σε πολύ καλύτερη θέση, δεδομένου ότι οι τράπεζες είχαν δανείσει περισσότερο από το διπλάσιο του ΑΕΠ της μέσης χώρας. Ο τραπεζικός δανεισμός ήταν περισσότερο από τρεις φορές το ΑΕΠ στη Γερμανία, τη Γαλλία και την Ολλανδία. Για το Λουξεμβούργο, το πολλαπλάσιο ήταν αστρονομικό.
Αναδρομικά, προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι αυτές οι ανισορροπίες πέρασαν σχεδόν απαρατήρητες. Κατά μία έννοια, αυτό ισοδυναμούσε με τη μη συνειδητοποίηση από τις αμερικανικές αρχές του τοξικού χαρακτήρα των τίτλων με βάση τα αυξανόμενα στεγαστικά δάνεια μειωμένης εξασφάλισης.
Η Ελλάδα υπήρξε μια από τις πρώτες οικονομίες της ευρωζώνης που αποσταθεροποιήθηκε από τη διεθνή χρηματοπιστωτική κρίση και την ύφεση, κατά την περίοδο 2009-10. Λόγω των σημαντικών εξωτερικών ανισορροπιών, οι οποίες επιδεινώθηκαν λόγω της διεθνούς ύφεσης, του εκλογικού κύκλου και των εσωτερικών πολιτικών ανταγωνισμών, η Ελλάδα οδηγήθηκε στις αρχές του 2010, επί της νεοεκλεγείσας τον Οκτώβριο του 2009 κυβέρνησης του Γιώργου Παπανδρέου, σε μια κρίση εμπιστοσύνης, μία ‘αιφνίδια στάση’ δανεισμού από τις διεθνείς κεφαλαιαγορές, και σε αναγκαστικό επίσημο δανεισμό από τις άλλες οικονομίες της ΕΕ και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ).
Ο επίσημος δανεισμός δεν έγινε μέσω της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), όπως έγινε στις ΗΠΑ, το Ηνωμένο Βασίλειο και άλλες χώρες που επηρεάστηκαν από τη διεθνή χρηματοπιστωτική κρίση και οι οποίες δανείστηκαν από την Κεντρική τους τράπεζα. Λόγω της τότε ερμηνείας του καταστατικού της, θεωρήθηκε ότι η ΕΚΤ δεν έπρεπε να λειτουργήσει ως δανειστής ύστατης προσφυγής για την Ελλάδα και τις άλλες οικονομίες της περιφέρειας της ευρωζώνης. Έτσι δημιουργήθηκε ένα νέο διακυβερνητικό χρηματοδοτικό όργανο της ζώνης του ευρώ, που μετεξελίχθηκε στον σημερινό Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας (ΕΜΣ).
Η παροχή βοήθειας προς την Ελλάδα, και λίγο αργότερα προς την Ιρλανδία και την Πορτογαλία, συνδέθηκε με πολυετή πρόγραμματα δημοσιονομικής και μακροοικονομικής προσαρμογής, υπαγορευμένα από τους διεθνείς πιστωτές τους, που δεν ήταν άλλοι από τις υπόλοιπες οικονομίες της ζώνης του ευρώ. Τα προγράμματα αυτά, βασιζόμενα σχεδόν αποκλειστικά στη δημοσιονομική συρρίκνωση, αλλά και στην ελεύθερη κίνηση κεφαλαίων, ως το 2015 για την περίπτωση της Ελλάδος, οδήγησαν την ελληνική οικονομία στην βαθύτερη και μακρύτερη μεταπολεμική της ύφεση.
Ήδη από τις αρχές του 2010, οι χρηματοπιστωτικές αγορές είχαν αρχίσει να αναρωτιούνται εάν η αποτυχία της Ελλάδας να αντιμετωπίσει την κρίση θα μπορούσε να αφορά και άλλες χώρες. Αυτές οι αμφιβολίες – σε συνδυασμό με την αμείλικτη λογική της ανατροφοδοτούμενης δίνης μεταξύ επιτοκίων και χρέους – ήταν αρκετές για να αυξηθεί το ασφάλιστρο κινδύνου και για άλλα μέλη της ζώνης του ευρώ εκτός από την Ελλάδα.
Αυτό που αποδείχθηκε αποφασιστικό ήταν εάν τα δημοσιονομικά προβλήματα ενός κράτους συνδυάζονταν και με προβλήματα του ισοζυγίου πληρωμών. Μόνο οι χώρες που είχαν δανειστεί σημαντικά ποσά από τις διεθνείς κεφαλαιαγορές αντιμετώπισαν προβλήματα. Το κόστος δανεισμού της Πορτογαλίας και της Ιρλανδίας αυξήθηκε απότομα όταν ανακοινώθηκε η διάσωση της Ελλάδας.
Αυτή ήταν η αρχή της μετάδοσης της κρίσεις δανεισμού από τις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές, η οποία επηρέασε όλες τις χώρες με σημαντικά και παρατεταμένα εξωτερικά ελλείμματα, όπως η Ιρλανδία, η Πορτογαλία, η Ισπανία και η Ιταλία. Όπως αποδείχθηκε, λόγω της ‘εθνικής μεροληψίας’ των ευρωπαϊκών τραπεζών, οι επενδυτές της ευρωζώνης ήταν πολύ πιο επιφυλακτικοί όσον αφορά τη χορήγηση δανείων σε κυβερνήσεις άλλων χωρών της ζώνης του ευρώ από ό,τι για τη χορήγηση δανείων στη δική τους κυβέρνηση.
Η αύξηση των ασφαλίστρων κινδύνου οδήγησε στην έγκριση σχεδίων διάσωσης τόσο για την Ιρλανδία όσο και για την Πορτογαλία, αν και με πολύ διαφορετικά χαρακτηριστικά από την Ελλάδα. Στην περίπτωση της Ιρλανδίας, η ανισορροπία που αποδείχθηκε αποφασιστική ήταν η κατάσταση των ιρλανδικών τραπεζών.
Τόσο οι τράπεζες όσο και οι κυβερνήσεις υπόκεινται στους κινδύνους μιας ‘χρηματοπιστωτικής δίνης’. Οι τράπεζες δανείζονται χρήματα βραχυπρόθεσμα για να δανείσουν μακροπρόθεσμα. Για κάθε ευρώ βραχυπρόθεσμων καταθέσεων, μία τράπεζα παρέχει μακροπρόθεσμα δάνεια δώδεκα και πλέον ευρώ – αυτή είναι η φύση της μόχλευσης.
Η μόχλευση αυξάνει την κερδοφορία αλλά αυξάνει και τους κινδύνους για το τραπεζικό σύστημα. Οι κίνδυνοι αυτοί εκδηλώνονται σε περιόδους κρίσης. Το 2008, οι ιρλανδικές τράπεζες είχαν δάνεια 7,8 φορές το ΑΕΠ της χώρας. Η διεθνής χρηματοπιστωτική κρίση οδήγησε σε κρίση τις ιρλανδικές τράπεζες και ώθησε την κυβέρνηση της Ιρλανδίας σε ένα σχέδιο διάσωσης το Νοέμβριο του 2010, το οποίο αύξησε σημαντικά το δημόσιο χρέος της χώρας. Αυτό ήταν το πρώτο παράδειγμα του ‘μοιραίου βρόχου’ (doom-loop) μεταξύ τραπεζικού και δημόσιου χρέους.
Η ένταξη και της Ιρλανδίας σε σχέδιο ‘διάσωσης’ επιδείνωσε την κρίση στην ευρωζώνη. Ακολούθησε η Πορτογαλία τον Μάιο του 2011 και το δεύτερο ελληνικό σχέδιο διάσωσης τον Ιούλιο του 2011.
Τον Ιούλιο του 2011, συμφωνήθηκε καταρχήν το δεύτερο ελληνικό πρόγραμμα. Ένα από τα στοιχεία του επιδείνωσε την κατάσταση σε ολόκληρη την ευρωζώνη. Στο πλαίσιο της νέας άποψης των ηγετών της EA ότι ο ιδιωτικός τομέας πρέπει να καλύψει μέρος του κόστους της διάσωσης, οι ιδιώτες κάτοχοι χρέους της ελληνικής κυβέρνησης θα δέχονταν την απομείωση περίπου στο μισό της ονομαστικής αξίας των τοποθετήσεων τους σε ομόλογα, μέσω αυτού που ονομάστηκε κατ’ ευφημισμόν συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα (Private Sector Involvement ή PSI).
Αυτή ήταν μια κλήση αφύπνισης για όσους επενδυτές εξακολουθούσαν να θεωρούν αξιόπιστη τη ρήτρα της Συνθήκης του Μάαστριχτ περί μη πτώχευσης. Οι αγορές άρχισαν να απαιτούν υψηλότερες αποδόσεις στα κρατικά ομόλογα του Βελγίου, της Ισπανίας και της Ιταλίας. Ιδιαίτερα η Ιταλία, δεδομένου του μεγέθους της οικονομίας και του τεράστιου χρέους της, ήταν μια ενδεχομένως θανάσιμη απειλή για τη ζώνη του ευρώ. Ο ‘μοιραίος βρόχος’ άρχισε να κινείται από την περιφέρεια προς τον πυρήνα της ευρωζώνης.
Οι δημοσιονομικές περικοπές στην περιφέρεια, μετά την κρίση του 2010, επιδείνωσαν το πρόβλημα της ύφεσης, καθώς οι χώρες που εντάχθηκαν στα προγράμματα διάσωσης, ή εκείνες που επηρεάστηκαν από τον ‘μοιραίο-βρόχο’, δεν είχαν άλλη επιλογή παρά να μειώσουν τα δημοσιονομικά τους ελλείμματα.
Η ευρωζώνη στο σύνολό της παρουσίαζε ένα πρωτογενές έλλειμμα περίπου 350 δισ. ευρώ το 2010, το οποίο μειώθηκε σε μόλις 10 δισ. ευρώ το 2014. Επρόκειτο για ένα τεράστιο αρνητικό μακροοικονομικό σοκ – ίσο με τέσσερις εκατοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ της ευρωζώνης.
Οι δημοσιονομικές περικοπές προήλθαν τόσο από τις χώρες της περιφέρειας όσο και από τις χώρες του πυρήνα που δεν αντιμετώπιζαν κρίση χρέους. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η ύφεση του 2009 είχε ωθήσει πολλές άλλες χώρες στο όριο του 3% για το έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης που προβλέπεται στο δρόμο σταθερότητας και ανάπτυξης.
Η Ελλάδα, η Ιρλανδία, η Ιταλία, η Πορτογαλία και η Ισπανία αντιπροσώπευαν το 48% περίπου των συνολικών δημοσιονομικών περικοπών, αν και αντιπροσωπεύουν μόνο το ένα τρίτο του ΑΕΠ της ζώνης του ευρώ. Ωστόσο, οι δημοσιονομικές περικοπές στη Γερμανία αντιπροσώπευαν το 32% του συνόλου, ενώ αυτές στη Γαλλία το 13% των συνολικών περικοπών στη ζώνη του ευρώ.
Επειδή οι δημοσιονομικές περικοπές ήταν κυρίως φορολογικές αυξήσεις και, σε μικρότερο βαθμό, μειώσεις πρωτογενών δαπανών, οι αρνητικές επιπτώσεις στην οικονομική δραστηριότητα ήταν ακόμη μεγαλύτερες. Ως εκ τούτου, το 2011, η ζώνη του ευρώ βρισκόταν και πάλι σε ύφεση, μετά τη βραχύβια ανάκαμψη του 2010.
Τα πράγματα πήγαιναν από το κακό στο χειρότερο. Κάθε προσπάθεια να τερματιστεί η κρίση φαινόταν να επιδεινώνει την κατάσταση.
Οι αρνητικές επιπτώσεις επηρέασαν ακόμη και τη Γαλλία. Το χρέος της υποβαθμίστηκε και οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων της αυξήθηκαν σημαντικά σε σχέση με εκείνες άλλων χωρών του πυρήνα της ευρωζώνης όπως η Γερμανία και οι μικρότερες οικονομίες της κεντρικής και βόρειας Ευρώπης. Ο πρωθυπουργός της Βρετανίας Gordon Brown έρριξε λάδι στη φωτιά όταν σε δηλώσεις του υπονόησε ότι η Ιταλία και η Γαλλία ενδεχομένως θα χρειαστούν προγράμματα διάσωσης.
Το πρόβλημα εξαπλώθηκε στην Κύπρο, οι τράπεζες της οποίας δέχθηκαν σοβαρό πλήγμα από την απομείωση του ελληνικού χρέους. Η Κύπρος ζήτησε να ενταχθεί σε πρόγραμμα διάσωσης τον Ιούνιο του 2012. Το πρόγραμμα συμφωνήθηκε το Μάρτιο του 2013.
Περιττό να πούμε ότι μια κρίση που απειλούσε την Ιταλία και τη Γαλλία ήταν μια κρίση παγκόσμιων διαστάσεων. Αυτό δεν ήταν πλέον ζήτημα της Ελλάδας και των άλλων μικρότερων οικονομιών της περιφέρειας. Μια κρίση αυτών των διαστάσεων είχε τη δυνατότητα να ανατινάξει τη ζώνη του ευρώ και την ίδια την ΕΕ. Η παγκόσμια οικονομία απειλείτο με ένα άλλο σοκ μεγέθους Lehman. Με τους ηγέτες της EΖ προδήλως ανίκανους να διαχειριστούν τα γεγονότα, κάτι έπρεπε να γίνει.
Αυτό ήταν η ισχυρή και αποτελεσματική παρέμβαση του προέδρου της ΕΚΤ, Mario Draghi, στη διάσημη ομιλία του τον Ιούλιο του 2012. Δήλωσε δημόσια ότι η ΕΚΤ θα κάνει ‘ό,τι χρειάζεται’ για να διασώσει τη ζώνη του ευρώ. Η δήλωση αυτή προκάλεσε αντιστροφή των αρνητικών προσδοκιών. Καθώς η ΕΚΤ στήριξε τη δήλωση αυτή με ένα πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, το κόστος δανεισμού για τις χώρες που είχαν αρχίσει να επηρεάζονται αρνητικά σταδιακά επέστρεψε σε επίπεδα πριν από την κρίση.
Ο βασικός μηχανισμός μεταγωγής που πυροδότησε ο Draghi με τη δήλωσή του είναι μια άμεση συνέπεια της λογικής μιας κρίσης χρέους.
Οι μαζικές πωλήσεις ομολόγων που δημιουργούν την κρίση χρέους προκαλούνται από το φόβο. Ο φόβος προκαλείται από την υποψία ότι όλοι οι άλλοι θα πουλήσουν τα ομόλογα μιας χώρας, οδηγώντας έτσι το κόστος δανεισμού μέχρι το σημείο όπου η χώρα δεν θα μπορεί να εξυπηρετεί το χρέος της. Αλλά αν υπάρχει ένας αγοραστής ‘ύστατης προσφυγής’ – κάποιος που μπορεί να αγοράσει μεγάλες ποσότητες ομολόγων – ο φόβος εξαφανίζεται και οι επενδυτές είναι ευτυχείς να συνεχίσουν να διακρατούν τα ομόλογα. Αυτό έκανε ο Mario Draghi το καλοκαίρι του 2012 και η παρέμβασή του λειτούργησε. Ήταν η αρχή του τέλους της κρίσης της ευρωζώνης. Δυστυχώς η παρέμβασή του ήλθε πολύ αργά για την Ελλάδα, την οποία άλλωστε δεν αφορούσε στην περίοδο εκείνη.
Η βασική αιτία της κρίσης της ευρωζώνης ήταν η ανάγκη για ταχεία εξάλειψη των εξωτερικών ανισορροπιών μεταξύ της περιφέρειας και του πυρήνα. Οι ανισορροπίες αυτές δημιουργήθηκαν στη δεκαετία του 2000, πριν από την κρίση. Ορισμένες από αυτά αφορούσαν μόνο τον ιδιωτικό δανεισμό (ιδίως στην Ιρλανδία και την Ισπανία) και ορισμένες αφορούσαν τόσο τον ιδιωτικό όσο και το δημόσιο δανεισμό (ειδικά στην Ελλάδα και την Πορτογαλία). Σε κάθε περίπτωση, μετά το ξέσπασμα της κρίσης, το ιδιωτικό χρέος μετατράπηκε σε δημόσιο χρέος, λόγω της στενής σχέσης μεταξύ εθνικών τραπεζών και κυβερνήσεων, καθώς η ευρωζώνη δεν ήταν καν τραπεζική ένωση.
Η ‘στάση’ οδήγησε σε μια παρατεταμένη κρίση και όχι σε ένα διαχειρίσιμο προσωρινό πρόβλημα, καθώς τα μέλη της ευρωζώνης δεν μπορούσαν να προσφύγουν σε υποτίμηση του νομίσματός τους, και η ΕΚΤ δεν μπορούσε να χρηματοδοτήσει τις κυβερνήσεις, όπως συνέβη με την Fed στις ΗΠΑ στην χρηματοπιστωτική κρίση του 2008-09.
Αυτό δημιούργησε μια κρίση εμπιστοσύνης, αρχικά για τις χώρες της περιφέρειας, αλλά αργότερα και για ορισμένες από τις χώρες του πυρήνα, όσον αφορά την ικανότητά τους να συνεχίσουν να εξυπηρετούν κανονικά τα δημόσια και ιδιωτικά εξωτερικά τους χρέη. Η κρίση επιδεινώθηκε στα αρχικά της στάδια από τις ανεπιτυχείς προσπάθειες αντιμετώπισης του προβλήματος του χρέους.
Αποτέλεσμα των μεγάλων ασυμμετριών και άλλων οικονομικών και διακυβερνητικών προβλημάτων της ζώνης του ευρώ είναι το γεγονός ότι οι προσπάθειες προσαρμογής μετά την κρίση μετατόπισαν το βάρος σχεδόν αποκλειστικά προς τις ασθενέστερες οικονομίες στην περιφέρεια της ζώνης του ευρώ, οι οποίες καταδικάστηκαν σε βαθειές υφέσεις, παρατεταμένη αύξηση της ανεργίας, συνεχείς αυξήσεις των φόρων και υπερβολικό κοινωνικό κόστος για τους νέους εργαζόμενους και τους συνταξιούχους. Οι οικονομίες του πυρήνα, και ιδίως οι Γερμανία, εξήλθαν σχεδόν αλώβητες από την κρίση, αν δεν ωφελήθηκαν κιόλας.
Μολονότι μεταρρυθμίσεις όπως η ενοποίηση των χρηματοπιστωτικών αγορών και η αποτελεσματικότερη ρύθμιση τους έλαβαν προτεραιότητα μετά την κρίση του 2010, οι μεταρρυθμίσεις αυτές δεν έχουν ολοκληρωθεί, και η ζώνη του ευρώ παραμένει μια ζώνη ενιαίου νομίσματος με σημαντικές πραγματικές και δημοσιονομικές ασυμμετρίες, διαχωρισμένα εθνικά δημοσιονομικά συστήματα, αδύναμο συντονισμό των δημοσιονομικών πολιτικών και σχεδόν ανυπόστατο ομοσπονδιακό προϋπολογισμό.
Ταυτόχρονα, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) παραμένει η μόνη μεγάλη κεντρική τράπεζα στον βιομηχανικό κόσμο, η οποία δεν μπορεί να λειτουργήσει ελεύθερα ως δανειστής ύστατης προσφυγής σε κυβερνήσεις και εμπορικές τράπεζες σε περιόδους κρίσης.
Επιπλέον, οι αγορές εργασίας στη ζώνη του ευρώ παραμένουν κατακερματισμένες, συμβάλλοντας σε σημαντικές διαφορές στα ποσοστά ανεργίας, οι οποίες δεν διορθώνονται ούτε σε βάθος χρόνου, λόγω της αξιοσημείωτα χαμηλής κινητικότητας του εργατικού δυναμικού στην Ευρώπη.
Ως εκ τούτου, η ευρωζώνη όχι μόνο δεν ικανοποιεί το βασικό κριτήριο που προτείνεται από τις αναλύσεις για βέλτιστες νομισματικές περιοχές, δηλαδή την απουσία ασυμμετρίας και ασύμμετρων διαταραχών, αλλά επιπλέον δεν ικανοποιεί ούτε τα άλλα δύο βασικά κριτήρια μακροοικονομικήςσταθεροποίησης, δηλαδή τις ενοποιημένες αγορές εργασίας και την ύπαρξη ενός ομοσπονδιακού προϋπολογισμού ο οποίος θα λειτουργούσε ως αυτόματος σταθεροποιητής στην περίπτωση ασύμμετρων μακροοικονομικών διαταραχών. Τέλος, η αντίδρασή της σε σημαντικές χρηματοπιστωτικές κρίσεις παρεμποδίζεται από την έλλειψη ενός αποτελεσματικού δανειστή της έσχατης λύσης, παρά τη δημιουργία του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ΕΜΣ).
Σύγκριση Ευρωζώνης και ΗΠΑ ως Βέλτιστες Νομισματικές Περιοχές
Οι ΗΠΑ είναι πολύ εγγύτερα στα κριτήρια μιας βέλτιστης νομισματικής περιοχής από ό,τι η ζώνη του ευρώ (βλ. O’Rourke and Taylor 2013).
Πρώτα από όλα, οι αγορές των ΗΠΑ είναι πολύ πιο ενοποιημένες από τις αγορές της ΕΕ, καθώς το διασυνοριακό εμπόριο μεταξύ των πολιτειών ανέρχεται στο 66% του ΑΕΠ των ΗΠΑ, ενώ το διασυνοριακό εμπόριο μεταξύ των κρατών-μελών ανέρχεται σε μόλις 17% του ΑΕΠ της ΕΕ.
Δεύτερον, όσον αφορά τις ασύμμετρες επιπτώσεις των διαταραχών, δεν φαίνεται να υπάρχουν μεγάλες διαφορές μεταξύ των ΗΠΑ και της EΕ. Ο μέσος συντελεστής συσχέτισης των ρυθμών αύξησης του ΑΕΠ στις πολιτείες των ΗΠΑ είναι 0,46 και στις χώρες-μέλη της EΕ είναι 0,50. Οι μακροοικονομικές ασυμμετρίες φαίνεται να επηρεάζουν τις ΗΠΑ και την ΕΕ στον ίδιο περίπου βαθμό.
Ωστόσο, οι ΗΠΑ βρίσκονται πολύ μπροστά από την ΕΕ όσον αφορά το κριτήριο της κινητικότητας του εργατικού δυναμικού. Το μέσο ποσοστό των πολιτών σε μία αμερικανική πολιτεία οι οποίοι γεννήθηκαν εκτός αυτής της πολιτείας είναι 42%, ενώ το αντίστοιχο μερίδιο σε μια χώρα της ΕΕ είναι μόλις 14%. Με βάση αυτό το κριτήριο, η κινητικότητα της εργασίας είναι τρεις φορές μεγαλύτερη στις ΗΠΑ από ό,τι στην ΕΕ.
Επιπλέον, οι ΗΠΑ βρίσκονται πολύ μπροστά αναφορικά με το κριτήριο της δημοσιονομικής ενοποίησης, το οποίο σχετίζεται με τις δημοσιονομικές μεταβιβάσεις και την αποτελεσματικότητα των αυτόματων σταθεροποιητών, όταν υπάρχουν διαταραχές που πλήττουν ασύμμετρα τις διάφορες πολιτείες και χώρες-μέλη. Στις ΗΠΑ περίπου το 30% μιας εισοδηματικής διαταραχής σε μία πολιτεία αντισταθμίζεται μέσω των ομοσπονδιακών δημοσιονομικών μεταβιβάσεων. Στην ΕΕ, το σχετικό ποσοστό είναι μόνο 0,5% για ένα κράτος-μέλος της. Έτσι, το χαμηλό επίπεδο του ομοσπονδιακού προϋπολογισμού της ΕΕ σε σχέση με τις ΗΠΑ έχει σημαντικές επιπτώσεις στην ικανότητα της ΕΕ να αντιμετωπίσει διαταραχές με ασύμμετρες επιπτώσεις μέσω μεταβιβάσεων από τις χώρες που δεν επηρεάζονται από τη σχετική διαταραχή.
Μετά την κρίση, έγιναν πολλές προτάσεις για μεταρρυθμίσεις στην ίδια τη ζώνη του ευρώ. Ωστόσο, η πρόοδος που υπήρξε ήταν περιορισμένη.
Συμπερασματικά, η ευρωζώνη παρουσιάζει ιδιαίτερες αδυναμίες ως νομισματική ένωση. Χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερες οικονομικές ασυμμετρίες μεταξύ των κρατών μελών που την αποτελούν και χαμηλή διασυνοριακή κινητικότητα των εργαζομένων. Επιπλέον ούτε είχε ούτε έχει αποκτήσει έναν επαρκή ομοσπονδιακό προϋπολογισμό που να μπορεί να απορροφά μέρος των ασύμμετρων οικονομικών διαταραχών στις διάφορες χώρες που την αποτελούν, και, επιπλέον, δεν επιτρέπει στην κεντρική της τράπεζα, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) να λειτουργεί ελεύθερα ως δανειστής ύστατης προσφυγής στα κράτη-μέλη της σε περιόδους κρίσης. Η ευρωζώνη δεν είναι ακόμη ούτε μια πλήρης τραπεζική ένωση.
Η υιοθέτηση του Ταμείου Ανθεκτικότητας και Ανάκαμψης, μετά την κρίση του κορωνοϊού είναι μία θετική εξέλιξη, αλλά μένει να αποδειχθεί το κατά πόσον θα θεσμοποιηθεί και θα ενισχυθεί σε μονιμότερη βάση.
Σύνδεσμος στις Διαφάνειες της Διάλεξης
Διδακτικά Εγχειρίδια
Διεθνής Οικονομική και Παγκόσμια Οικονομία, Κεφ. 23
Διεθνής Οικονομική: Θεωρία και Πολιτική, Κεφ. 20
