Από το περιοδικό The Economist

24, Ιανουαρίου 2019

Η στροφή προς τον προστατευτισμό που πήρε η Αμερική πριν από δύο χρόνια, προκάλεσε σκοτεινές προειδοποιήσεις για επάνοδο στα προβλήματα της δεκαετίας του 1930. Σήμερα αυτές οι δυσοίωνες προβλέψεις φαίνονται άστοχες. Ναι, η Κίνα επιβραδύνεται. Και, ναι, οι δυτικές επιχειρήσεις που εκτίθενται στην Κίνα, όπως η Apple, έχουν υποστεί μεγάλες ζημιές. Αλλά το 2018 η παγκόσμια ανάπτυξη ήταν αξιοπρεπής, η ανεργία μειώθηκε και τα κέρδη αυξήθηκαν. Τον Νοέμβριο ο Πρόεδρος Donald Trump υπέγραψε ένα εμπορικό σύμφωνο με το Μεξικό και τον Καναδά. Εάν οι συνομιλίες του επόμενου μήνα οδηγήσουν σε συμφωνία με τον Xi Jinping, οι ανακουφισμένες αγορές θα καταλήξουν στο συμπέρασμα ότι ο εμπορικός πόλεμος αφορά το πολιτικό θέατρο και συμπιέζει μερικές παραχωρήσεις από την Κίνα, χωρίς να απορρυθμίσει το παγκόσμιο εμπόριο.

Αυτός ο εφησυχασμός είναι λανθασμένος. Οι σημερινές εμπορικές εντάσεις συνθέτουν μια μετατόπιση που έχει ξεκινήσει από τη χρηματοπιστωτική κρίση το 2008-09. Όπως εξηγούμε, οι διασυνοριακές επενδύσεις, το εμπόριο, τα τραπεζικά δάνεια και οι αλυσίδες εφοδιασμού έχουν συρρικνωθεί ή υποχωρήσει σε σχέση με το παγκόσμιο ΑΕΠ. Η παγκοσμιοποίηση έχει δώσει τη θέση της σε μια νέα εποχή υποχωρήσεων. Προσαρμόζοντας ένα όρο που δημιουργήθηκε από έναν ολλανδό συγγραφέα, ονομάζουμε αυτό το φαινόμενο “βραδεία παγκοσμιοποίηση” (slowbalisation).

Σύνδεσμος στη μετάφραση του πλήρους άρθρου στα Ελληνικά

Σύνδεσμος στο άρθρο στα Αγγλικά στο περιοδικό The Economist