Γιώργος Αλογοσκούφης
Η πρόσφατη κλιμάκωση της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή υπενθυμίζει ότι η γεωπολιτική παραμένει μία από τις ισχυρότερες δυνάμεις που διαμορφώνουν την παγκόσμια οικονομία. Ακόμη και σε μια εποχή ψηφιοποίησης, χρηματοπιστωτικής παγκοσμιοποίησης και περίπλοκων διεθνών εφοδιαστικών αλυσίδων, η παγκόσμια οικονομία εξακολουθεί να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από έναν σχετικά μικρό αριθμό στρατηγικών περιοχών. Ελάχιστες είναι τόσο κρίσιμες όσο η Μέση Ανατολή, μια περιοχή που βρίσκεται στο επίκεντρο σημαντικών ενεργειακών αποθεμάτων και καίριων θαλάσσιων εμπορικών διαδρομών.
Προς το παρόν, οι χρηματοπιστωτικές αγορές εμφανίζονται επιφυλακτικές αλλά όχι πανικόβλητες. Οι τιμές του πετρελαίου έχουν αυξηθεί, το κόστος ασφάλισης των θαλάσσιων μεταφορών έχει ενισχυθεί και οι επενδυτές έχουν στραφεί, σε κάποιο βαθμό, προς ασφαλή καταφύγια όπως ο χρυσός και το δολάριο. Ωστόσο, οι αγορές δεν έχουν αντιδράσει με τις έντονες διακυμάνσεις που παρατηρήθηκαν σε προηγούμενα γεωπολιτικά σοκ. Η εξήγηση είναι απλή: πολλά θα εξαρτηθούν από το πόσο θα επεκταθεί η σύγκρουση και από το κατά πόσον θα επηρεαστούν οι ζωτικής σημασίας ενεργειακές υποδομές της περιοχής και η παγκόσμια ναυτιλία.
Η ενέργεια παραμένει το πιο άμεσο κανάλι μέσω του οποίου η σύγκρουση μπορεί να επηρεάσει την παγκόσμια οικονομία. Η Μέση Ανατολή εξακολουθεί να αντιπροσωπεύει περίπου το ένα τρίτο των παγκόσμιων εξαγωγών πετρελαίου και ακόμη μεγαλύτερο ποσοστό της πλεονάζουσας παραγωγικής δυναμικότητας. Ακόμη πιο κρίσιμο είναι το γεγονός ότι ένα σημαντικό μέρος της παγκόσμιας ενεργειακής ροής διέρχεται από έναν στενό θαλάσσιο διάδρομο — τα Στενά του Ορμούζ — από όπου περνά περίπου το ένα πέμπτο του παγκοσμίως διακινούμενου πετρελαίου. Οποιαδήποτε διαταραχή της ναυσιπλοΐας στην περιοχή αυτή θα είχε άμεσες επιπτώσεις στις διεθνείς αγορές ενέργειας.
Μια παρατεταμένη άνοδος των τιμών του πετρελαίου θα είχε γνωστές πλέον μακροοικονομικές συνέπειες. Οι υψηλότερες τιμές ενέργειας αυξάνουν το κόστος παραγωγής σε ολόκληρη την οικονομία, από τις μεταφορές και τη βιομηχανία μέχρι τη γεωργία και τις υπηρεσίες. Αυτές οι αυξήσεις κόστους μετακυλίονται τελικά στους καταναλωτές, αυξάνοντας τον πληθωρισμό και μειώνοντας το πραγματικό εισόδημα των νοικοκυριών. Για τις κεντρικές τράπεζες, που ήδη προσπαθούν να επαναφέρουν τον πληθωρισμό στους στόχους τους μετά τα σοκ της πανδημίας και του πολέμου στην Ουκρανία, ένα νέο ενεργειακό σοκ θα περιέπλεκε ακόμη περισσότερο την κατάσταση.
Ωστόσο, η παγκόσμια οικονομία είναι σήμερα πιο ανθεκτική σε ενεργειακά σοκ σε σχέση με το παρελθόν. Σε σύγκριση με τη δεκαετία του 1970, οι προηγμένες οικονομίες είναι λιγότερο ενεργοβόρες. Η ενεργειακή αποδοτικότητα έχει βελτιωθεί σημαντικά, ενώ πολλές οικονομίες έχουν διαφοροποιήσει τις πηγές ενέργειας τους. Επιπλέον, τα στρατηγικά αποθέματα πετρελαίου και η μεγαλύτερη ευελιξία των παγκόσμιων αγορών ενέργειας προσφέρουν ένα επίπεδο προστασίας που δεν υπήρχε πριν από μισό αιώνα.
Ωστόσο, η ανθεκτικότητα δεν σημαίνει και πλήρη ανοσία. Μια παρατεταμένη αύξηση των τιμών της ενέργειας θα μπορούσε ακόμη να οδηγήσει σε έναν συνδυασμό χαμηλότερης ανάπτυξης και υψηλότερου πληθωρισμού — μια δυσάρεστη κατάσταση που συχνά περιγράφεται ως στασιμοπληθωρισμός. Οι οικονομίες που εισάγουν ενέργεια, ιδίως στην Ευρώπη και την Ασία, θα επηρεαστούν περισσότερο. Χώρες όπως η Ιαπωνία, η Ινδία και πολλές αναδυόμενες οικονομίες παραμένουν ιδιαίτερα ευάλωτες σε αυξήσεις των τιμών της ενέργειας.
Η ευρωπαϊκή ευπάθεια είναι ιδιαίτερα εμφανής. Παρότι η Ευρώπη έχει μειώσει σημαντικά την εξάρτησή της από τη ρωσική ενέργεια μετά την εισβολή στην Ουκρανία, εξακολουθεί να βασίζεται σε μεγάλο βαθμό σε εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα. Μια παρατεταμένη αύξηση των διεθνών τιμών της ενέργειας θα ασκούσε συνεπώς νέες πιέσεις στα ευρωπαϊκά νοικοκυριά και στις επιχειρήσεις. Θα μπορούσε επίσης να επιβραδύνει την εύθραυστη ανάκαμψη της οικονομίας της ευρωζώνης, η οποία μόλις πρόσφατα άρχισε να ανακάμπτει από την επιβράδυνση των τελευταίων ετών.
Πέρα από τις αγορές ενέργειας, η σύγκρουση ενδέχεται να επηρεάσει και το διεθνές εμπόριο μέσω των επιπτώσεών της στις θαλάσσιες μεταφορές. Η Μέση Ανατολή βρίσκεται κοντά σε ορισμένες από τις σημαντικότερες εμπορικές διαδρομές του κόσμου. Η Ερυθρά Θάλασσα και η Διώρυγα του Σουέζ αποτελούν κρίσιμη οδό που συνδέει την Ευρώπη με την Ασία, ενώ ο Περσικός Κόλπος συνδέει ορισμένους από τους μεγαλύτερους εξαγωγείς ενέργειας με τις παγκόσμιες αγορές.
Αν η ανασφάλεια επεκταθεί σε αυτές τις διαδρομές, το κόστος των θαλάσσιων μεταφορών μπορεί να αυξηθεί σημαντικά. Τα ασφάλιστρα για τα πλοία που δραστηριοποιούνται σε ζώνες σύγκρουσης τείνουν να αυξάνονται γρήγορα, ενώ οι ναυτιλιακές εταιρείες ενδέχεται να αναγκαστούν να αλλάξουν δρομολόγια για να αποφύγουν επικίνδυνες περιοχές. Τέτοιες παρακάμψεις αυξάνουν τόσο τον χρόνο όσο και το κόστος των μεταφορών. Η παράκαμψη της Αφρικής μέσω του Ακρωτηρίου της Καλής Ελπίδας, για παράδειγμα, μπορεί να προσθέσει εβδομάδες στα ταξίδια μεταξύ Ασίας και Ευρώπης.
Οι διαταραχές αυτές δεν θα επηρέαζαν μόνο την ενέργεια. Θα μπορούσαν επίσης να αναζωπυρώσουν τα προβλήματα στις παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες που ταλαιπώρησαν την παγκόσμια οικονομία κατά τη διάρκεια της πανδημίας. Η αύξηση του κόστους μεταφοράς και οι καθυστερήσεις στις παραδόσεις θα μπορούσαν να αυξήσουν τις τιμές σε ένα ευρύ φάσμα προϊόντων, από ηλεκτρονικά καταναλωτικά αγαθά έως βιομηχανικά εξαρτήματα.
Οι χρηματοπιστωτικές αγορές θα επηρεαστούν επίσης από μια παρατεταμένη σύγκρουση. Η γεωπολιτική αβεβαιότητα οδηγεί συνήθως τους επενδυτές να απαιτούν υψηλότερα ασφάλιστρα κινδύνου. Οι χρηματιστηριακές αγορές συχνά υποχωρούν, ιδιαίτερα σε κλάδους που εξαρτώνται από το διεθνές εμπόριο και την οικονομική ανάπτυξη, ενώ ασφαλή περιουσιακά στοιχεία όπως ο χρυσός, το δολάριο και τα κρατικά ομόλογα γίνονται πιο ελκυστικά.
Ταυτόχρονα, η σύγκρουση μπορεί να δημιουργήσει και ορισμένους ωφελημένους. Οι υψηλότερες τιμές ενέργειας θα ενίσχυαν τα έσοδα πετρελαιοπαραγωγών χωρών εκτός της άμεσης ζώνης σύγκρουσης, όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Νορβηγία και ο Καναδάς. Οι αμερικανικές επιχειρήσεις σχιστολιθικού πετρελαίου θα μπορούσαν να επωφεληθούν ιδιαίτερα από υψηλότερες διεθνείς τιμές, αν και η ταχύτητα αύξησης της παραγωγής περιορίζεται από χρηματοοικονομικούς και τεχνικούς παράγοντες.
Σε ευρύτερο επίπεδο, η σύγκρουση ενδέχεται να επιταχύνει ορισμένες μακροχρόνιες τάσεις που ήδη διαμορφώνουν την παγκόσμια οικονομία. Μία από αυτές είναι η αυξανόμενη έμφαση στην ενεργειακή ασφάλεια. Οι κυβερνήσεις σε όλο τον κόσμο ανησυχούν ολοένα και περισσότερο για την ευπάθεια των διεθνών ενεργειακών εφοδιαστικών αλυσίδων. Αυτή η ανησυχία έχει ήδη ενθαρρύνει μεγαλύτερες επενδύσεις σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, πυρηνική ενέργεια και εναλλακτικά καύσιμα.
Μια άλλη τάση είναι ο σταδιακός γεωπολιτικός κατακερματισμός της παγκόσμιας οικονομίας. Επαναλαμβανόμενα γεωπολιτικά σοκ — από τις εμπορικές εντάσεις μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας έως τον πόλεμο στην Ουκρανία — έχουν ενθαρρύνει κυβερνήσεις και επιχειρήσεις να διαφοροποιήσουν τις εφοδιαστικές αλυσίδες και να μειώσουν την εξάρτησή τους από δυνητικά ασταθείς περιοχές. Μια παρατεταμένη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή θα μπορούσε να ενισχύσει αυτή την τάση.
Η ιστορία προσφέρει τόσο προειδοποιήσεις όσο και λόγους συγκρατημένης αισιοδοξίας. Τα πετρελαϊκά σοκ της δεκαετίας του 1970 δείχνουν πώς γεωπολιτικές κρίσεις στη Μέση Ανατολή μπορούν να προκαλέσουν παγκόσμιες υφέσεις και βαθιές οικονομικές αναταράξεις. Ωστόσο, πιο πρόσφατες συγκρούσεις στην περιοχή είχαν συχνά πιο περιορισμένες οικονομικές επιπτώσεις, ιδιαίτερα όταν η παραγωγή ενέργειας και οι θαλάσσιες μεταφορές παρέμειναν σχετικά ανεπηρέαστες.
Η τελική οικονομική επίπτωση της σημερινής σύγκρουσης θα εξαρτηθεί επομένως από τρεις βασικούς παράγοντες: τη διάρκειά της, τη γεωγραφική της έκταση και —κυρίως— το κατά πόσον θα επηρεαστούν σημαντικά η παραγωγή ενέργειας και οι θαλάσσιες μεταφορές στον Περσικό Κόλπο.
Προς το παρόν, η παγκόσμια οικονομία παρακολουθεί τις εξελίξεις με προσοχή αλλά χωρίς πανικό. Ωστόσο, η κατάσταση υπενθυμίζει μια ευρύτερη πραγματικότητα: παρά τις δεκαετίες παγκοσμιοποίησης και τεχνολογικής προόδου, η παγκόσμια οικονομία παραμένει στενά συνδεδεμένη με τη γεωπολιτική. Σε έναν ολοένα πιο ασταθή κόσμο, η γραμμή που χωρίζει μια περιφερειακή σύγκρουση από ένα παγκόσμιο οικονομικό σοκ παραμένει εξαιρετικά λεπτή.
