Οι διακρατικές οικονομικές και νομισματικές σχέσεις, καθώς και το διεθνές εμπόριο, αποτελούσαν σε όλες τις ιστορικές εποχές μία θεμελιώδη διάσταση της λειτουργίας των οικονομιών. Από τα εμπορικά δίκτυα της αρχαιότητας έως τις αποικιακές ανταλλαγές της πρώιμης νεωτερικότητας και τη βιομηχανική παγκοσμιοποίηση του 19ου αιώνα, η οικονομική αλληλεπίδραση μεταξύ κρατών υπήρξε καθοριστικός παράγοντας ευημερίας, ισχύος και θεσμικής εξέλιξης.

Ωστόσο, ποτέ άλλοτε στην ιστορία οι οικονομίες των επιμέρους χωρών δεν υπήρξαν τόσο στενά διασυνδεδεμένες όσο στη σύγχρονη εποχή. Από τις πολυεθνικές επιχειρήσεις που οργανώνουν σύνθετες παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες έως τη σχεδόν στιγμιαία μετακίνηση κεφαλαίων μέσω των διεθνών χρηματαγορών, η διεθνής οικονομική δραστηριότητα διαμορφώνει σε μεγάλο βαθμό τον ρυθμό και τη δυναμική του σύγχρονου κόσμου.

Στο πλαίσιο της παγκόσμιας οικονομίας, αποφάσεις που λαμβάνονται στην Ουάσιγκτον ή το Πεκίνο μπορούν να επηρεάσουν άμεσα τα νοικοκυριά στην Αθήνα, το Λάγος ή το Σάο Πάολο. Ένας παρατεταμένος καύσωνας στη Βραζιλία μπορεί να εκτινάξει τις διεθνείς τιμές του καφέ· μία έλλειψη μικροεπεξεργαστών στην Ταϊβάν μπορεί να διακόψει την παραγωγή αυτοκινήτων στην Ευρώπη. Μία στρατιωτική σύγκρουση μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας μπορεί να οδηγήσει σε εκτίναξη των τιμών της ενέργειας και των σιτηρών, προκαλώντας παγκόσμιες πληθωριστικές πιέσεις. Τοπικές συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή ή ανθρωπιστικές κρίσεις στην Αφρική μπορούν να πυροδοτήσουν μεγάλα μεταναστευτικά ρεύματα προς την Ευρώπη. Η αλληλεξάρτηση είναι πλέον άμεση, πολυδιάστατη και συχνά απρόβλεπτη.

Διεθνής Οικονομική

Η σειρά αυτή διαλέξεων εξετάζει τα αίτια, την ιστορική εξέλιξη και τις οικονομικές επιπτώσεις των διεθνών συναλλαγών και των βασικών συνιστωσών της οικονομικής παγκοσμιοποίησης.

Παρουσιάζει εμπειρικά στοιχεία και θεωρητικά υποδείγματα που συμβάλλουν στην κατανόηση του ρόλου του διεθνούς εμπορίου αγαθών και υπηρεσιών, της διεθνούς μετανάστευσης, των διεθνών ροών κεφαλαίου και του προσδιορισμού βασικών μακροοικονομικών μεγεθών, όπως τα επιτόκια, οι συναλλαγματικές ισοτιμίες και τα ισοζύγια πληρωμών.

Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται τόσο στις εγχώριες όσο και στις διεθνείς επιπτώσεις της οικονομικής πολιτικής. Σε ένα περιβάλλον ανοικτών οικονομιών, οι δημοσιονομικές και νομισματικές επιλογές μιας χώρας δεν περιορίζονται εντός των εθνικών της συνόρων, αλλά επηρεάζουν —και επηρεάζονται από— τις επιλογές άλλων χωρών. Παράλληλα, οι διαλέξεις αναλύουν τους προσδιοριστικούς παράγοντες της μακροχρόνιας οικονομικής ανάπτυξης σε διεθνές πλαίσιο, τη μετάδοση των οικονομικών κύκλων μεταξύ ανοιχτών οικονομιών και τον ρόλο των διεθνών θεσμών που ρυθμίζουν τις εμπορικές, χρηματοπιστωτικές και νομισματικές σχέσεις.

Η διεθνής οικονομική παρέχει τα εννοιολογικά και αναλυτικά εργαλεία για την κατανόηση αυτών των φαινομένων. Μέσω λογικά συνεπών θεωριών και εμπειρικά ελέγξιμων υποδειγμάτων, επιτρέπει την ερμηνεία της αλληλεξάρτησης των οικονομιών, την αξιολόγηση εναλλακτικών πολιτικών επιλογών και τον σχεδιασμό αποτελεσματικής οικονομικής πολιτικής, τόσο σε εθνικό όσο και σε διεθνές επίπεδο.

Οι διαλέξεις ομαδοποιούνται σε τρεις ενότητες.

Στην πρώτη ενότητα, διάρκειας 7 εβδομάδων, παρουσιάζονται τα βασικά στοιχεία για τη διάρθρωση και την εξέλιξη του διεθνούς εμπορίου και αναλύονται οι κεντρικές θεωρίες για την εξήγηση της διάρθρωσης και των επιπτώσεων του. Αυτές περιλαμβάνουν την κλασσική ανάλυση του Ricardo για το συγκριτικό πλεονέκτημα, τη θεωρία των αναλογιών των συντελεστών παραγωγής των Heckscher Ohlin, το τυπικό ανταγωνιστικό υπόδειγμα του διεθνούς εμπορίου, την διαχρονική προσέγγιση στο ισοζύγιο πληρωμών, θεωρίες που βασίζονται σε εξωτερικές οικονομίες κλίμακας καθώς και θεωρίες που βασίζονται σε οικονομίες κλίμακας σε επίπεδο επιχείρησης και στον ατελή ανταγωνισμό. Επιπλέον αναλύονται ζητήματα τα οποία αφορούν στο ρόλο και τις επιπτώσεις της μετανάστευσης, των πολυεθνικών επιχειρήσεων, στα εργαλεία της διεθνούς εμπορικής πολιτικής των κρατών, όπως οι δασμοί και οι επιδοτήσεις των εξαγωγών, καθώς και στην ιστορική εξέλιξη του διεθνούς εμπορικού συστήματος και των διεθνών εμπορικών θεσμών. Ειδική έμφαση δίνεται στην εξέλιξη και τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως αρχικά μιας τελωνειακής ένωσης και αργότερα ως μιας ενιαίας αγοράς. Αναλύονται επίσης οι διεθνείς διαστάσεις του παγκοσμίου περιβάλλοντος.

Στη δεύτερη ενότητα, διάρκειας 5 εβδομάδων, παρουσιάζονται τα βασικά χαρακτηριστικά των συστημάτων διεθνών πληρωμών, η διάρθρωση και λειτουργία των διεθνών κεφαλαιαγορών και της διεθνούς αγοράς συναλλάγματος, και οι βασικές θεωρητικές προσεγγίσεις στον προσδιορισμό των βασικών μακροοικονομικών μεγεθών σε οικονομίες οι οποίες είναι συνδεδεμένες με τις παγκόσμιες αγορές, καθώς και στη λειτουργία της παγκόσμιας οικονομίας. Αναλύονται οι βασικές διασυνδέσεις μεταξύ χρήματος, επιτοκίων και συναλλαγματικών ισοτιμιών, η κεϋνσιανή, νομισματική και διαχρονική προσέγγιση στο ισοζύγιο πληρωμών, ο μακροχρόνιος και ο βραχυχρόνιος προσδιορισμός των βασικών μακροοικονομικών μεταβλητών σε ανοικτές οικονομίες, η επιλογή μεταξύ συστημάτων σταθερών και κυμαινομένων ισοτιμιών, το διεθνές νομισματικό σύστημα και το ευρωπαϊκό νομισματικό σύστημα και η ζώνη του ευρώ.

Η τρίτη και τελευταία ενότητα, διάρκειας 1 μόνον εβδομάδος, επικεντρώνεται στην ανάλυση της ελληνικής οικονομίας, ως μίας μικρής ανοικτής οικονομίας, ενταγμένης στο πλαίσιο της παγκόσμιας και της ευρωπαϊκής οικονομίας. Παραδείγματα και στοιχεία για την ελληνική οικονομία παρουσιάζονται και αναλύονται σε όλες τις άλλες ενότητες. Στην ειδική ενότητα για την ελληνική οικονομία συνοψίζονται τα χαρακτηριστικά της εξέλιξής της, και αναλύεται συνολικά η πορεία της στο διαρκώς μεταβαλλόμενο πλαίσιο της παγκόσμιας οικονομίας πριν και μετά το ευρώ.

Διεθνής Οικονομική και Οικονομική Επιστήμη

Η μελέτη του διεθνούς εμπορίου και των διακρατικών οικονομικών σχέσεων συνδέεται άρρηκτα με τη γένεση και την εξέλιξη της σύγχρονης οικονομικής επιστήμης. Οι μεγάλες θεωρητικές τομές του 18ου και 19ου αιώνα διαμορφώθηκαν μέσα από την αντιπαράθεση μεταξύ των μερκαντιλιστών και των κλασικών οικονομολόγων, σχετικά με το αν οι διεθνείς συναλλαγές πρέπει να υπόκεινται σε εθνικούς περιορισμούς ή να διέπονται από αρχές ελευθερίας.

Το πρώτο εσωτερικά συνεπές αναλυτικό υπόδειγμα σε μακροοικονομικό πλαίσιο εμφανίστηκε στη μελέτη του David Hume, Περί του Εμπορικού Ισοζυγίου (1752), περισσότερα από είκοσι χρόνια πριν από την έκδοση του Πλούτου των Εθνών (1776) του Adam Smith και εξήντα πέντε χρόνια πριν ο David Ricardo αναδείξει τη σημασία του συγκριτικού πλεονεκτήματος στο έργο του Αρχές Πολιτικής Οικονομίας και Φορολογίας (1817).

Η Παγκόσμια Οικονομία

Οικονομίες που συνδέονται μεταξύ τους μέσω διεθνών οικονομικών συναλλαγών, όπως το εμπόριο αγαθών και υπηρεσιών, οι μετακινήσεις εργαζομένων και καταναλωτών και οι κινήσεις κεφαλαίου θεωρούνται ανοικτές οικονομίες. Η παγκόσμια οικονομία βασίζεται σε ένα εκτεταμένο δίκτυο τέτοιων διεθνών οικονομικών συναλλαγών.

Οι δραστηριότητες αυτές είναι αποκεντρωμένες, αλλά πολλές από τις αποφάσεις που τις διέπουν και τις ρυθμίζουν λαμβάνονται από τις πολιτικές αρχές των διαφόρων εθνικών κρατών, είτε αυτόνομα, είτε στα πλαίσια διμερών κανόνων και συμφωνιών μεταξύ τους, ή και μέσω πολυμερών υπερεθνικών συμφωνιών και θεσμών, όπως ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου (ΠΟΕ), το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ), η Παγκόσμια Τράπεζα (ΠΤ), η Ομάδα των Επτά (G7), η Ομάδα των Είκοσι (G20), η Ευρωπαϊκή Ένωση (EU ή ΕΕ), η Συμφωνία Ηνωμένων Πολιτειών–Μεξικού–Καναδά (USMCA), η Κοινή Αγορά των Χωρών του Νότιου Κώνου (MERCOSUR) και άλλων.

Μέσω των αποκεντρωμένων αυτών αποφάσεων και δραστηριοτήτων, των κανόνων που τις διέπουν και των διεθνών θεσμών λειτουργεί και εξελίσσεται η παγκόσμια οικονομία αλλά και οι επί μέρους εθνικές οικονομίες, μικρές και μεγάλες, αναπτυγμένες και λιγότερο αναπτυγμένες.

Το 2024, to παγκόσμιο Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν (ΑΕΠ), το οποίο αποτελείται από το άθροισμα των ΑΕΠ 218 οικονομιών για τις οποίες παρουσιάζει στοιχεία η Παγκόσμια Τράπεζα, υπολογίζεται σε $111,3 τρις. Το παγκόσμιο Ακαθάριστο Εθνικό Εισόδημα (ΑΕΕ) ισούται με το παγκόσμιο ΑΕΠ.

Δεδομένου ότι ο παγκόσμιος πληθυσμός υπολογίζεται σε 8,1 δις, το μέσο κατά κεφαλήν ΑΕΠ ή ΑΕΕ στην παγκόσμια οικονομία υπολογίζεται σε $13200. 

Λίγο πάνω από τα τρία τέταρτα (76,8%) του παγκόσμιου ΑΕΠ παράγεται σε εννέα μόνο ενιαίες οικονομικές οντότητες. Το 26,2% στις ΗΠΑ, το 17,5% στην Ευρωπαϊκή Ένωση (Ε.Ε), το 16,8% στην Κίνα, το 3,6% στην Ιαπωνία, το 3,5% στην Ινδία, το 3,3% στο Ηνωμένο Βασίλειο (ΗΒ), και από 2% περίπου στον Καναδά, στη Βραζιλία και στη Ρωσία.

Δύο τρίτα σχεδόν, 64,3% για την ακρίβεια, του παγκόσμιου ΑΕΠ παράγεται στις οικονομίες υψηλού κατά κεφαλήν εισοδήματος, στις οποίες κατοικεί μόλις το 17% του παγκόσμιου πληθυσμού των 8,1 δισεκατομμυρίων. Αυτό υποδηλώνει ότι το μέσο κατά κεφαλήν εισόδημα τους είναι σχεδόν εννέα φορές υψηλότερο από το μέσο κατά κεφαλήν εισόδημα του υπόλοιπου κόσμου.

Ανάμεσα στις οικονομίες υψηλού εισοδήματος, οι πέντε μεγαλύτερες, οι ΗΠΑ, η Ε.Ε, η Ιαπωνία, το Ηνωμένο Βασίλειο και ο Καναδάς, παράγουν το 52,6% του παγκοσμίου ΑΕΠ. Ο πληθυσμός τους αντιστοιχεί μόλις στο 12,6% του παγκόσμιου πληθυσμού.

Σε τέσσερεις πληθυσμιακά μεγάλες οικονομίες μεσαίου εισοδήματος, την Κίνα, την Ινδία, τη Ρωσία και τη Βραζιλία, οι οποίες συχνά αναφέρονται και ως BRIC (από τα αρχικά των Brazil, Russia, India, China), παράγεται το 24,3% του παγκόσμιου ΑΕΠ. Στις τέσσερεις αυτές οικονομίες αντιστοιχεί το 39,5% του παγκόσμιου πληθυσμού. Από αυτές, το μεγαλύτερο ποσοστό (16,8% του παγκόσμιου ΑΕΠ) παράγεται στην Κίνα, τη μεγαλύτερη και ταχύτερα αναπτυσσόμενη από τις οικονομίες μεσαίου εισοδήματος, στην οποία αντιστοιχεί το 17,3% του παγκόσμιου πληθυσμού.

Λιγότερο από το ένα τέταρτο, για την ακρίβεια το 23%, του παγκόσμιου ΑΕΠ, παράγεται στον υπόλοιπο κόσμο, εκτός δηλαδή των αναπτυγμένων χωρών των ΗΠΑ, της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της Ιαπωνίας, του Ηνωμένου Βασιλείου, του Καναδά και των τεσσάρων μεγάλων οικονομιών μεσαίου εισοδήματος, Κίνας, Ινδίας, Ρωσίας και Βραζιλίας. Στις οικονομίες του υπόλοιπου κόσμου αντιστοιχεί το 47,9% του παγκόσμιου πληθυσμού.

Κατανομή Παγκόσμιου ΑΕΠ κατά Χώρα, 2024

Το 2024, το ΑΕΠ της Ελλάδας ανερχόταν σε $257 δισεκατομμύρια. Αντιστοιχούσε μόλις στα 2,3 χιλιοστά (0,23%) του παγκόσμιου ΑΕΠ. Πληθυσμιακά, η Ελλάδα των 10,4 εκατομμυρίων κατοίκων καταλαμβάνει μόλις τα 1,3 χιλιοστά (0,13%) του παγκόσμιου πληθυσμού. Ωστόσο, με κατά κεφαλήν εισόδημα $24800 χιλιάδες το 2024, η Ελλάδα ανήκει στις οικονομίες υψηλού εισοδήματος, παρά το γεγονός ότι μετά την κρίση του 2010 και την εφαρμογή των προγραμμάτων των μνημονίων το κατά κεφαλήν εισόδημα της μειώθηκε κατά περίπου 25%.

Η Ελλάδα καταλαμβάνει την 97η θέση στην κατάταξη των χωρών του κόσμου ανάλογα με την έκταση, την 89η θέση ανάλογα με τον πληθυσμό, την 57η θέση ανάλογα με το συνολικό ΑΕΠ και την 51η θέση ανάλογα με το κατά κεφαλήν ΑΕΠ. Ανάμεσα στις 218 οικονομίες για τις οποίες παρουσιάζει στοιχεία η Παγκόσμια Τράπεζα 

Το Διεθνές Εμπόριο, οι Διεθνείς Οικονομικές Ανταλλαγές και οι Παγκόσμιοι Οικονομικοί Θεσμοί

Μία από τις σημαντικότερες πτυχές της παγκόσμιας οικονομίας είναι το διεθνές εμπόριο αγαθών και υπηρεσιών.

Οι παγκόσμιες εξαγωγές αγαθών ανήλθαν το 2024 σε $24,4 τρισεκατομμύρια και οι παγκόσμιες εξαγωγές υπηρεσιών ανήλθαν σε $8,7τρισεκατομμύρια, αντιστοιχώντας συνολικά στο 30% περίπου του παγκόσμιου ΑΕΠ. 

Όγκος Παγκόσμιων Εξαγωγών Αγαθών και Παγκόσμιου ΑΕΠ, 1950-2024

Μεταξύ 1950 και 2024 ο όγκος του παγκόσμιου ΑΕΠ ανέβηκε περίπου 13,5 φορές (μέσος ετήσιος ρυθμός μεγέθυνσης 3,6%), ενώ ο όγκος των παγκόσμιων εξαγωγών αγαθών ανέβηκε κατά περίπου 45 φορές (μέσος ετήσιος ρυθμός μεγέθυνσης 5,4%). Κατά συνέπεια, στα τελευταία εβδομήντα πέντε χρόνια, η σημασία του διεθνούς εμπορίου αγαθών για την παγκόσμια οικονομία έχει υπερ-τριπλασιαστεί.

Η αύξηση του ποσοστού των εξαγωγών αγαθών και υπηρεσιών στο παγκόσμιο ΑΕΠ από το 1960 παρουσιάζεται στο Γράφημα που ακολουθεί. Από 16% του παγκόσμιου ΑΕΠ στην δεκαετία του 1970, οι συνολικές εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών σχεδόν διπλασιάστηκαν, στο 29% του παγκόσμιου ΑΕΠ στην δεκαετία του 2010.

Παγκόσμιες Εξαγωγές Αγαθών και Υπηρεσιών
% του ΑΕΠ, 1960-2024

Η μεγάλη αύξηση του ποσοστού του διεθνούς εμπορίου αγαθών και υπηρεσιών στην παγκόσμια οικονομία είναι μία από της πλευρές της λεγόμενης παγκοσμιοποίησης, και θα μας απασχολήσει κατά κύριο λόγο στα κεφάλαια 2 έως 12 αυτού του βιβλίου που αναφέρονται στο διεθνές εμπόριο και στη διεθνή μικροοικονομική. Όπως θα δούμε, η αύξηση του διεθνούς εμπορίου μετά το 1950 βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό στην άρση των μέτρων προστατευτισμού που είχαν εγερθεί στην περίοδο του μεσοπολέμου, και επέτρεψε στις διάφορες οικονομίες να απελευθερώσουν τις διεθνείς τους συναλλαγές και να επικεντρωθούν σε τομείς στους οποίους είχαν συγκριτικά πλεονεκτήματα ή στους οποίους επικρατούσαν σημαντικές οικονομίες κλίμακας. Μετά πάντως την κρίση του 2008-2009 και την μερική αναβίωση του προστατευτισμού κατά την τελευταία δεκαετία, η ανοδική τάση του ποσοστού των διεθνών εξαγωγών αγαθών και υπηρεσιών στο παγκόσμιο ΑΕΠ έχει ανακοπεί.

Παράλληλα με την αύξηση του διεθνούς εμπορίου, υπάρχει κατά τις τελευταίες δεκαετίες και μία μεγάλη αύξηση στις διεθνείς κινήσεις πληθυσμών και κεφαλαίου.

Η Διεθνής Μετανάστευση

Η διεθνής μετανάστευση, μαζί με το διεθνές εμπόριο αγαθών και υπηρεσιών, έχει διαμορφώσει τον σύγχρονο κόσμο περισσότερο από σχεδόν κάθε άλλη δημογραφική ή οικονομική δύναμη. Κατά τους τελευταίους δύο αιώνες, η διεθνής μετανάστευση αποτέλεσε ζωτικό μοχλό παγκόσμιας μεταμόρφωσης — ενισχύοντας την οικονομική ανάπτυξη, διευκολύνοντας τις πολιτιστικές ανταλλαγές και επηρεάζοντας τις εθνικές πολιτικές και ταυτότητες. 

Το 2024, 304 εκατομμύρια άνθρωποι ήταν μετανάστες, κατοικούσαν δηλαδή σε χώρες άλλες από αυτές στις οποίες είχαν γεννηθεί. Οι μετανάστες αντιπροσώπευαν το 3,7% του παγκόσμιου πληθυσμού. Από αυτούς, το 65% περίπου ζούσαν σε χώρες υψηλού εισοδήματος, και αντιστοιχούσαν στο 15% περίπου του συνολικού πληθυσμού αυτών των χωρών. 

Η εξέλιξη του αριθμού των μεταναστών ως ποσοστό του παγκόσμιου πληθυσμού απεικονίζεται στο Γράφημα που ακολουθεί. Ενώ το ποσοστό παρέμενε λίγο πάνω από το 2% στις δεκαετίες του 1970 και του 1980, το 1990 παρουσίασε μία σημαντική άνοδο, ενώ τις τελευταίες δύο δεκαετίες δείχνει μία σαφή ανοδική τάση.

Αριθμός Μεταναστών ως % του Παγκόσμιου Πληθυσμού
1970-2024

Ανάμεσα στις ηπείρους, η Ευρώπη είναι σήμερα ο μεγαλύτερος προορισμός για διεθνείς μετανάστες, καθώς το 2024 φιλοξενούσε 94 εκατομμύρια μετανάστες (30,9% του διεθνούς μεταναστευτικού πληθυσμού), ακολουθούμενη από τα 61 εκατομμύρια μετανάστες που ζουν στη Βόρειο Αμερική και τα 54 εκατομμύρια μετανάστες που ζουν στην Βόρειο Αφρική και τη Δυτική Ασία. 

Ανάμεσα στα εθνικά κράτη, οι Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής φιλοξενούσαν περισσότερους διεθνείς μετανάστες από οποιοδήποτε άλλο κράτος το 2024, με 52,4 εκατομμύρια μετανάστες. Η Γερμανία ήταν ο δεύτερος κορυφαίος προορισμός για διεθνείς μετανάστες, φιλοξενώντας 16,8 εκατομμύρια το 2024, ακολουθούμενη από τη Σαουδική Αραβία (13,7 εκατομμύρια), το Ηνωμένο Βασίλειο (11,8 εκατομμύρια), τη Γαλλία (9,2 εκατομμύρια), την Ισπανία (8,9 εκατομμύρια), τον Καναδά (8,8 εκατομμύρια), τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα (8,2 εκατομμύρια), την Αυστραλία (8,1 εκατομμύρια), τη Ρωσική Ομοσπονδία (7,6 εκατομμύρια), την Τουρκία (7,1 εκατομμύρια) και την Ιταλία (6,6 εκατομμύρια).

Σε ορισμένες μικρές χώρες υψηλού εισοδήματος, οι μετανάστες αποτελούν πολύ περισσότερο από τον μισό συνολικό πληθυσμό (Κατάρ 76,7%, Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα 74,0% και Κουβέιτ 67,3%).

Αναφορικά με τις χώρες προέλευσης των μεταναστών, η Ινδία κατέχει την πρώτη θέση, με σχεδόν 18 εκατομμύρια ανθρώπους να ζουν στο εξωτερικό. Αυτό την καθιστά την κορυφαία χώρα προέλευσης μεταναστών παγκοσμίως. Το Μεξικό είναι η δεύτερη πιο σημαντική χώρα προέλευσης με περίπου 11 εκατομμύρια κατοίκους του να έχουν μεταναστεύσει, κυρίως στις ΗΠΑ.

Είναι ξεκάθαρο από τα στοιχεία αυτά ότι οι χώρες προέλευσης μεταναστών είναι χώρες σχετικά χαμηλού εισοδήματος και οι χώρες υποδοχής μεταναστών είναι χώρες υψηλού εισοδήματος.

Η ιστορία της διεθνούς μετανάστευσης των τελευταίων δύο αιώνων είναι ιστορία μετακινήσεων, μετασχηματισμών και παραδόξων. Η μετανάστευση δεν είναι ανωμαλία ή πρόβλημα προς επίλυση — είναι βασικό στοιχείο της ανθρώπινης φύσης και κεντρικό χαρακτηριστικό της παγκόσμιας οικονομίας.

Η εξήγηση και οι επιπτώσεις των μεταναστευτικών ροών αποτελεί και αυτή αντικείμενο της διεθνούς οικονομικής και θα μας απασχολήσει σε μία ειδική διάλεξη. Η διεθνής μετανάστευση εξηγείται κυρίως από οικονομικούς παράγοντες, και συγκεκριμένα από τη διαφορά των πραγματικών μισθών και του βιοτικού επιπέδου μεταξύ χωρών προέλευσης και χωρών υποδοχής μεταναστών. Στις χώρες υποδοχής, οι μετανάστες ενισχύουν την οικονομική δραστηριότητα, καλύπτουν ελλείψεις στην αγορά εργασίας και στηρίζουν τα συνταξιοδοτικά συστήματα. Οι επιπτώσεις είναι συνολικά θετικές. Παρόλα αυτά, λόγω πολιτισμικών διαφορών και επιπτώσεων στη διανομή του εισοδήματος η μετανάστευση συχνά προκαλεί κοινωνικές εντάσεις και αντιδράσεις, με αποτέλεσμα οι περισσότερες κυβερνήσεις των αναπτυγμένων χωρών να επιβάλλουν σημαντικούς περιορισμούς.

Διεθνείς Κεφαλαιαγορές και Κινήσεις Κεφαλαίου

Οι διεθνείς κεφαλαιαγορές — δηλαδή το δίκτυο θεσμών και μηχανισμών που διευκολύνουν τη μεταφορά και επένδυση κεφαλαίων πέρα από τα εθνικά σύνορα — έχουν και αυτές υποστεί εντυπωσιακούς μετασχηματισμούς κατά τους τελευταίους δύο αιώνες. Από τις εγγυημένες με χρυσό αγορές ομολόγων του 19ου αιώνα έως τα σύγχρονα ψηφιακά χρηματοοικονομικά συστήματα, τα κρατικά ταμεία και τα πολυεθνικά τραπεζικά ιδρύματα, οι διεθνείς κεφαλαιακές ροές διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στην παγκόσμια οικονομική ανάπτυξη, την παγκόσμια χρηματοδότηση και τις μακροοικονομικές εξελίξεις.

To 2024 οι συνολικές παγκόσμιες εισροές άμεσων ξένων επενδύσεων (ΑΞΕ) έφθασαν τα 1,3 τρισεκατομμύρια δολάρια ΗΠΑ ($1322 δις), αντιπροσωπεύοντας το 1,2% του παγκόσμιου ΑΕΠ. Τη ίδια χρονιά, το συσσωρευμένο απόθεμα των παγκόσμιων άμεσων ξένων επενδύσεων έφθασε τα 49,1 τρισεκατομμύρια, δολάρια ΗΠΑ ($49131 δις), αντιπροσωπεύοντας το 47,1%, σχεδόν το μισό, του παγκόσμιου ΑΕΠ.

Η εξέλιξη των εισροών άμεσων ξένων επενδύσεων ως ποσοστού του παγκόσμιου ΑΕΠ παρουσιάζεται στο Γράφημα που ακολουθεί. Από 0,4% του παγκόσμιου ΑΕΠ στη δεκαετία του 1970, οι εισροές άμεσων ξένων επενδύσεων ως ποσοστό του παγκόσμιου ΑΕΠ πενταπλασιάστηκαν και διαμορφώθηκαν στο 2,4% κατά μέσο όρο μετά το 1990, παρουσιάζοντας όμως σημαντικές διακυμάνσεις.

Εισροές Άμεσων Ξένων Επενδύσεων ως % του Παγκόσμιου ΑΕΠ, 1970-2024

Ο νέος διεθνής δανεισμός, είτε βραχυχρόνιος, είτε πιο μακροχρόνιος με τη μορφή ομολόγων, έφθασε το 2021 τα $1,9 τρισεκατομμύρια ($1890 δις), αντιπροσωπεύοντας το 2% περίπου του παγκόσμιου ΑΕΠ. Ο συσσωρευμένος διεθνής δανεισμός στα τέλη του 2021 ανερχόταν σε 27,8 τρις δολάρια ΗΠΑ ($27832 δις), αντιπροσωπεύοντας το 28,9%, το ένα τρίτο σχεδόν, του παγκόσμιου ΑΕΠ. 

Από την άλλη, ο μέσος ημερήσιος όγκος των συναλλαγών στις διεθνείς αγορές συναλλάγματος έφθασε τον Απρίλιο του 2025 περίπου τα 9,6 τρισεκατομμύρια δολάρια ΗΠΑ. Σε ετήσια βάση (με την υπόθεση 300 εργασίμων ημερών το χρόνο) το ποσό αυτό αντιστοιχεί σε $28800 τρισεκατομμύρια, διακόσιες εξήντα σχεδόν φορές μεγαλύτερο από τον όγκο του παγκοσμίου ΑΕΠ. 

Η εξήγηση των διεθνών αυτών κινήσεων κεφαλαίου, όπως των άμεσων ξένων επενδύσεων, και της λειτουργίας των διεθνών κεφαλαιαγορών και των διεθνών αγορών συναλλάγματος, αποτελεί και αυτή ένα από τα κύρια αντικείμενα της διεθνούς οικονομικής. Θα μας απασχολήσει στις διαλέξεις που αναφέρονται στις άμεσες ξένες επενδύσεις, στη διεθνή μακροοικονομική, στον διεθνή δανεισμό και τις κρίσεις εξωτερικού χρέους.

Οφέλη και Κόστη από το Διεθνές Εμπόριο

Ένα από τα βασικά συμπεράσματα της διεθνούς οικονομικής είναι ότι το διεθνές εμπόριο και γενικότερα οι διεθνείς συναλλαγές συνεπάγονται σημαντικά οφέλη για όλες τις χώρες που τις υιοθετούν. Όταν οι διάφορες χώρες ανταλλάσουν αγαθά και υπηρεσίες μεταξύ τους, δημιουργούνται οφέλη για όλες. Αυτό όπως θα δούμε παρακάτω συμβαίνει κάτω από πολύ γενικές συνθήκες. Άλλωστε, η συνειδητοποίηση των ωφελειών από τις εμπορικές συναλλαγές εκ μέρους των κοινωνιών είναι και ο βασικός μοχλός ανάπτυξης του διεθνούς εμπορίου από την εποχή των Σουμερίων, περίπου το 3000 π.Χ., αν όχι νωρίτερα.

Το πρώτο ολοκληρωμένο υπόδειγμα διεθνούς εμπορίου που θα εξετάσουμε, και το οποίο βασίζεται στην έννοια του συγκριτικού πλεονεκτήματος, δείχνει ότι δύο χώρες μπορούν να βελτιώσουν την ευημερία τους μέσω του εμπορίου, ακόμη και όταν μία από τις δύο χαρακτηρίζεται από μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα στην παραγωγή όλων των αγαθών και υπηρεσιών. Αρκεί η κάθε χώρα να έχει συγκριτικό πλεονέκτημα στην παραγωγή κάποιων αγαθών και υπηρεσιών, με την ένοια ότι η έχει σχετικά υψηλότερη παραγωγικότητα, ή μικρότερο κόστος ευκαιρίας, στις διαδικασίες παραγωγής αυτών των συγκεκριμένων αγαθών και υπηρεσιών.

Για παράδειγμα, ακόμη και αν οι εργαζόμενοι των ΗΠΑ ήταν πιο παραγωγικοί σε όλους τους βιομηχανικούς κλάδους από τους εργαζόμενους της Κίνας, αλλά σχετικά πιο παραγωγικοί στην παραγωγή αυτοκινήτων σε σχέση με τη παραγωγή υφασμάτων, το συγκριτικό πλεονέκτημα των ΗΠΑ θα ήταν στον κλάδο των αυτοκινήτων και το συγκριτικό πλεονέκτημα της Κίνας θα ήταν στον κλάδο των υφασμάτων. 

Κατόπιν εξετάζουμε μία δεύτερη κατηγορία υποδειγμάτων που δείχνουν ότι το διεθνές εμπόριο δημιουργεί οφέλη και όταν υπάρχουν διαφορές στη σχετική διαθεσιμότητα των παραγωγικών συντελεστών στις διάφορες χώρες. Το διεθνές εμπόριο επιτρέπει στις διάφορες χώρες να εξάγουν αγαθά η παραγωγή των οποίων απαιτεί πόρους που βρίσκονται σε σχετική αφθονία στη χώρα εξαγωγής, και να εισάγουν αγαθά η παραγωγή των οποίων απαιτεί πόρους που βρίσκονται σε σχετική στενότητα στη χώρα εισαγωγής. Στην περίπτωση αυτή το συγκριτικό πλεονέκτημα προέρχεται από τη μεγαλύτερη σχετική διαθεσιμότητα των συντελεστών παραγωγής. 

Για παράδειγμα, οι Σουμέριοι αντήλλασσαν αγροτικά προϊόντα, για την παραγωγή των οποίων υπήρχε αφθονία πόρων (εύφορη γη) στη Μεσοποταμία, με μέταλλα ή δομικά υλικά, όπως ο χαλκός και ο ορείχαλκος, η ξυλεία και διάφορα πετρώματα, για την παραγωγή των οποίων δεν είχαν επάρκεια των απαιτούμενων πόρων. Η αρχαίοι Αθηναίοι αντήλλασσαν ελαιόλαδο, κρασί και κεραμικά με σιτηρά από την περιοχή του Εύξεινου Πόντου, τη σημερινή Ουκρανία, και τη Σικελία, οι οποίες είχαν πιο κατάλληλες εδαφικές και κλιματικές συνθήκες για την παραγωγή σιτηρών.

Η σημασία του διεθνούς εμπορίου, δεν είναι η ίδια για όλες τις χώρες. Στο Γράφημα που ακολουθεί παρουσιάζονται στοιχεία για τη σημασία του διεθνούς εμπορίου σε διάφορες χώρες, με βάση το βαθμό ανοίγματος τους στο διεθνές εμπόριο.

Βαθμός ‘Ανοίγματος’ στο Διεθνές Εμπόριο σε Επιλεγμένες Οικονομίες, 2024

Ο όρος ‘άνοιγμα’ μπορεί να είναι κάπως παραπλανητικός, καθώς ένας χαμηλός λόγος δεν συνεπάγεται απαραίτητα υψηλούς (δασμολογικούς ή μη δασμολογικούς) φραγμούς στο εξωτερικό εμπόριο, αλλά μπορεί να οφείλεται σε παράγοντες όπως το μέγεθος της οικονομίας και η γεωγραφική απόσταση από πιθανούς εμπορικούς εταίρους. 

Βλέπουμε ότι για μία σειρά από μικρές σχετικά ανοικτές οικονομίες, το διεθνές εμπόριο, όπως μετράται από το άθροισμα των εξαγωγών και των εισαγωγών αγαθών και υπηρεσιών,  αντιπροσωπεύει πάνω από το 100% του ΑΕΠ τους. Αυτές οι χώρες είναι το Λουξεμβούργο, η Ιρλανδία, η Μάλτα, η Κύπρος, η Ουγγαρία, η Σλοβακία, η Σλοβενία, η Εσθονία, η Λιθουανία, το Βέλγιο, η Ολλανδία, η Τσεχία, η Λεττονία, η Βόρεια Μακεδονία, η Ελβετία, η Σερβία, η Δανία, το Μαυροβούνιο, η Βουλγαρία, η Κροατία, η Πολωνία και η Αυστρία. Για μια σειρά από άλλες χώρες το διεθνές εμπόριο αντιπροσωπεύει ένα ποσοστό του ΑΕΠ μεταξύ 50-100%. Χώρες όπως η Σουηδία, η Πορτογαλία, η Ρουμανία, η Ισλανδία, η Αλβανία, το Μεξικό, η Ελλάδα, η Φινλανδία, η Νότιος Κορέα, η Νορβηγία, η Ισπανία, η Γαλλία, ο Καναδάς, η Βρετανία, η Τουρκία, και η Ιταλία βρίσκονται στην κατηγορία αυτή. Η Νέα Ζηλανδία και η Αυστραλία έχουν ποσοστό ανοίγματος ελαφρώς χαμηλότερο από το 50%, λόγω της μεγάλης γεωγραφικής τους απόστασης από τις μεγάλες αναπτυγμένες οικονομίες.

Από την άλλη, για πολύ μεγάλες οικονομίες, όπως οι ΗΠΑ (26,5%) και η Ιαπωνία (35,4%), το διεθνές εμπόριο αγαθών και υπηρεσιών αντιπροσωπεύει πολύ χαμηλότερο ποσοστό του ΑΕΠ τους. Ο λόγος είναι ότι αυτές οι οικονομίες, λόγω του μεγέθούς τους, βασίζονται πολύ περισσότερο στο εσωτερικό παρά το εξωτερικό εμπόριο, καθώς είναι σε θέση να παράγουν αποτελεσματικά ένα πολύ ευρύ φάσμα αγαθών και υπηρεσιών.

Εξαίρεση στον κανόνα των μεγάλων οικονομιών αποτελεί η Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ), με ποσοστό διεθνούς εμπορίου λίγο κάτω από 100% (93,6%). Αυτό οφείλεται κυρίως ότι μεγάλο μέρος του ενδοκοινοτικού εμπορίου της ΕΕ, αυτό μεταξύ των κρατών-μελών της, ταξινομείται ως διεθνές και όχι ως εγχώριο εμπόριο. Αν συνέβαινε το ίδιο με το εμπόριο μεταξύ των πολιτειών των ΗΠΑ, ή των διαφόρων περιοχών της Ιαπωνίας, τότε ενδεχομένως τα στοιχεία για το βαθμό ανοίγματός τους στο διεθνές εμπόριο θα ήταν διαφορετικά.

Τα οφέλη από το διεθνές εμπόριο δεν περιορίζονται στο εμπόριο αγαθών και υπηρεσιών. Τα ίδια οφέλη υπάρχουν και για τη μετανάστευση (ανταλλαγή εργασίας για αγαθά και υπηρεσίες) καθώς και για τον διεθνή δανεισμό μέσω των παγκόσμιων χρηματαγορών και των κεφαλαιαγορών (ανταλλαγή αγαθών και υπηρεσιών σήμερα για αγαθά και υπηρεσίες στο μέλλον), ή τη διεθνή ανταλλαγή χρεογράφων που επιτρέπει τη διαφοροποίηση των κινδύνων και τη μείωση της αβεβαιότητας που αντιμετωπίζουν οι διάφορες χώρες.

Αν και το διεθνές εμπόριο και γενικότερα η παγκοσμιοποίηση δημιουργούν οφέλη για όλες τις χώρες που μετέχουν στις διαδικασίες τους, υπάρχουν πολλές περιπτώσεις που το διεθνές εμπόριο, η μετανάστευση ή οι κινήσεις κεφαλαίου προκαλούν κόστος σε συγκεκριμένες επαγγελματικές και κοινωνικές ομάδες εντός των διαφόρων χωρών, επηρεάζοντας τη διανομή του εισοδήματος. Το διεθνές εμπόριο και η παγκοσμιοποιήση, αν και συνολικά επωφελείς, οδηγούν σε μεταβολές που ευνοούν κάποιες κοινωνικές ομάδες και θίγουν κάποιες άλλες.

Οι επιπτώσεις αυτές στη διανομή του εισοδήματος είναι και ο κυριότερος λόγος για τον οποίο υπάρχουν κοινωνικές αντιδράσεις στο ελεύθερο διεθνές εμπόριο και στην παγκοσμιοποίηση στο εσωτερικό όλων σχεδόν των χωρών που μετέχουν στις διαδικασίες τους. Θα αναφερθούμε αναλυτικά στις επιπτώσεις του διεθνούς εμπορίου στη διανομή του εισοδήματος στις διαλέξεις που ακολουθούν.

Διάρθρωση του Διεθνούς Εμπορίου

Ένα από τα κύρια αντικείμενα της διεθνούς μικροοικονομικής είναι η προσπάθεια να εξηγηθεί η διάρθρωση του διεθνούς εμπορίου, δηλαδή το ποια χώρα εξάγει τι και που, και ποια χώρα εισάγει τι και από που. 

Στο Γράφημα που ακολουθεί παρουσιάζουμε τη διάρθρωση των διεθνών εξαγωγών αγαθών και υπηρεσιών. Βλέπουμε ότι οι παγκόσμιες εξαγωγές αποτελούνται κατά το μισό περίπου από προϊόντα μεταποίησης (48% του συνόλου). Το υπόλοιπο κατανέμεται σε υπηρεσίες (26%), καύσιμα και μεταλλεύματα (12%) και αγροτικά προϊόντα (7%).

Διάρθρωση των Παγκόσμιων Εξαγωγών Αγαθών και Υπηρεσιών
(ποσοστό του συνόλου κατά το 2024)

Κάποια χαρακτηριστικά της διάρθρωσης του διεθνούς εμπορίου είναι εύκολο να εξηγηθούν με βάση την απόσταση, το κλίμα και τους φυσικούς πόρους. Ωστόσο, αυτό δεν αρκεί για τη εξήγηση της διάρθρωσης του διεθνούς εμπορίου μεταξύ χωρών. Η κυρίαρχη θεώρηση των προσδιοριστικών παραγόντων του διεθνούς εμπορίου οφείλεται στον Ricardo, και τονίζει τις διεθνείς διαφορές στην παραγωγικότητα της εργασίας μεταξύ των διαφόρων κλάδων, που δημιουργούν συγκριτικά πλεονεκτήματα. Μία πιο σύνθετη εναλλακτική θεώρηση τονίζει την αλληλεπίδραση μεταξύ των σχετικών ποσοτήτων των διαθέσιμων παραγωγικών συντελεστών(εργασίας, κεφαλαίου και γης) σε κάθε χώρα, και των σχετικών χρήσεων των παραγωγικών συντελεστών στην παραγωγή διαφόρων αγαθών και υπηρεσιών. Τέλος, υπάρχει μία ομάδα θεωριών που τονίζουν τις εξωτερικότητες, τις αύξουσες αποδόσεις κλίμακας, την ολιγοπωλιακή διάρθρωση των αγορών και τον μονοπωλιακό ανταγωνισμό. Οι θεωρίες που βασίζονται στις αύξουσες αποδόσεις κλίμακας και τον ατελή ανταγωνισμό είναι και οι μόνες που μπορούν να εξηγήσουν ικανοποιητικά το λεγόμενο ενδοκλαδικό εμπόριο, δηλαδή τις διεθνείς ανταλλαγές αγαθών και υπηρεσιών που ανήκουν στον ίδιο κλάδο παραγωγής.

Αφιερώνουμε μία σειρά από τις επόμενες διαλέξεις στην εξήγηση της διάρθρωσης του διεθνούς εμπορίου, η οποία αποτελεί άλλωστε απαραίτητη προϋπόθεση για την κατανόηση τόσο των ωφελειών  και του κόστους του διεθνούς εμπορίου, όσο και των εθνικών αλλά και υπερεθνικών πολιτικών απέναντι στο διεθνές εμπόριο.

Προστατευτισμός και Διεθνές Εμπορικό Σύστημα

Ένα από τα κύρια ζητήματα πολιτικής στο οποίο καλείται να δώσει απαντήσεις η διεθνής οικονομική είναι το ζήτημα του προστατευτισμού. Σε γενικές γραμμές, η θεωρία του διεθνούς εμπορίου αναδεικνύει τα πλεονεκτήματα του ελευθέρου εμπορίου και το κόστος του προστατευτισμού. Τις τελευταίες δεκαετίες έχει υπάρξει σημαντική μειώση του προστατευτισμού, και οι δασμοί και τα άλλα εμπόδια στο ελεύθερο εμπόριο έχουν πέσει θεαματικά σε παγκόσμιο επίπεδο. Σχετικό είναι το Γράφημα που ακολουθεί που παρουσιάζει το μέσο επίπεδο των δασμών σε 35 μεγάλες οικονομίες. Ωστόσο, κατά την τελευταία δεκαετία υπάρχουν σημαντικές ενδείξεις αναβίωσης του προστατευτισμού σε παγκόσμιο επίπεδο.

Μέσο Επίπεδο Δασμών σε 35 Χώρες, 1865-2022
(δασμοί ως % της αξίας των εισαγωγών)

Το διεθνές εμπόριο προκαλεί συγκρούσεις συμφερόντων μεταξύ κοινωνικών ομάδων εντός των διαφόρων χωρών, και αυτές οι συγκρούσεις έχουν πολλές φορές μεγαλύτερη σημασία για τις επιλογές των χωρών αναφορικά με το διεθνές εμπόριο από τυχόν συγκρούσεις συμφερόντων μεταξύ των χωρών. Ο προστατευτισμός έχει πολλούς συμμάχους στο εσωτερικό όλων σχεδόν των χωρών, κυρίως από τα κοινωνικά στρώματα που θίγονται, ή θεωρούν ότι θίγονται, από το διεθνές εμπόριο. Για να το πούμε διαφορετικά, οι επιπτώσεις του διεθνούς εμπορίου στη διανομή του εισοδήματος εντός των διαφόρων χωρών είναι πολλές φορές πιο σημαντικός προσδιοριστικός παράγων της πολιτικής τους απέναντι στο διεθνές εμπόριο, από ό,τι το γενικότερο εθνικό τους συμφέρον. Αυτός είναι και ο κυριότερος ίσως λόγος που υπάρχουν μεγάλες αντιδράσεις απέναντι στην παγκοσμιοποίηση και το ελεύθερο εμπόριο σε όλες σχεδόν τις χώρες, τόσο του αναπτυγμένου όσο και του αναπτυσσόμενου κόσμου.

Σε τελική ανάλυση η εμπορική πολιτική στις διάφορες χώρες καθορίζεται από παράγοντες που σχετίζονται με τη διανομή του εισοδήματος στο εσωτερικό των χωρών. Πολλές φορές υιοθετούνται πολιτικές με στόχο τη στήριξη συγκεκριμένων κοινωνικών ομάδων με μεγάλο πολιτικό βάρος, παρά τη μείωση της συνολικής ευημερίας που προκαλούν οι πολιτικές αυτές. Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι η Κοινή Αγροτική Πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά και άλλες πολιτικές άμεσου ή έμμεσου προστατευτισμού παγκοσμίως.

 Υπάρχει και ένας επιπλέον λόγος που κάνει τον προστατευτισμό ελκυστικό, παρά το κόστος που προκαλεί. Για σχετικά μεγάλες οικονομίες, η επιβολή δασμών ή ποσοστώσεων στις εισαγωγές συνήθως οδηγούν σε βελτίωση των όρων εμπορίου τους, δηλαδή της σχετικής τιμής των εξαγομένων αγαθών και υπηρεσιών ως προς τα εισαγόμενα. Αυτό μπορεί να προκαλέσει βελτίωση της εθνικής ευημερίας, με την προϋπόθεση ότι δεν θα υπάρξουν αντισταθμιστικά μέτρα προστατευτισμού από τον υπόλοιπο κόσμο. Κατά συνέπεια, για μία μεγάλη οικονομία υπάρχει ένα κίνητρο να προσφεύγει σε δασμούς ή ποσοστώσεις στις εισαγωγές, όχι μόνο γιατί έτσι προστατεύει τους εγχώριους παραγωγούς των εισαγομένων προϊόντων, αλλά και διότι αυτό έχει ως αποτέλεσμα να μειωθεί διεθνώς η σχετική τιμή των εισαγομένων προς τα εξαγόμενα από αυτήν προϊόντα, και έτσι να βελτιωθεί το εγχώριο βιοτικό της επίπεδο. Ωστόσο, το ίδιο κίνητρο έχουν και οι άλλες χώρες, με τελικό αποτέλεσμα να υπάρχουν κίνητρα προσφυγής σε μέτρα προστατευτισμού από όλες τις χώρες, κάτι που εξουδετερώνει τις επιπτώσεις στις σχετικές τιμές των εξαγομένων, και απλώς προκαλεί στρεβλώσεις στις σχετικές τιμές που μειώνουν την παγκόσμια ευημερία.

Τίθεται κατά συνέπεια ένα ζήτημα συντονισμού των διεθνών πολιτικών απέναντι στο διεθνές εμπόριο, καθώς το αποτέλεσμα μιας μη συντονισμένης εφαρμογής εθνικών πολιτικών μπορεί να οδηγήσει σε υπέρμετρο προστατευτισμό, ο οποίος τελικά να καταλήξει εις βάρος όλων των χωρών που μετέχουν στην παγκόσμια οικονομία. Κάτι τέτοιο άλλωστε συνέβη στην περίοδο του μεσοπολέμου, μεταξύ 1918 και 1939, με καταστροφικές συνέπειες για την παγκόσμια οικονομία. 

Η σημαντική απελευθέρωση του διεθνούς εμπορίου μετά το 1945 προχώρησε κυρίως μέσω διεθνών θεσμών και συνεργασιών όπως η Γενική Συμφωνία για τους Δασμους και το Εμπόριο (GATT από το General Agreement on Tariffs and Trade) και η μετεξέλιξή της στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου (ΠΟΕ ή στα αγγλικά WTO). Οι θεσμοί αυτοί είχαν και έχουν ως στόχο την αντιμετώπιση του προβλήματος διεθνούς συντονισμού που ανακύπτει όταν οι εθνικές  πρωτοβουλίες μιας χώρας επηρεάζουν αρνητικά την ευημερία των άλλων χωρών. 

Εκτός από τη γενικότερη μείωση των δασμών και άλλων μέτρων προστατευτισμού στα πλαίσια της GATT και του WTO, σημαντικό ρόλο στη απελευθέρωση του διεθνούς εμπορίου έπαιξαν και περιφερειακές συμφωνίες, όπως οι περιοχές ελευθέρου εμπορίου στην Ευρώπη (European Free Trade Association, EFTA) και τη Βόρειο Αμερική (North American Free Trade Association, NAFTA), καθώς και οι τελωνειακές ενώσεις όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ).

Επιπλέον, για τρεις δεκαετίες μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, η κυρίαρχη τάση στην παγκόσμια οικονομία ήταν η εμβάθυνση της παγκόσμιας οικονομικής ολοκλήρωσης: οι δασμοί μειώθηκαν, οι αλυσίδες εφοδιασμού διεθνοποιήθηκαν, και το πολυμερές σύστημα εμπορίου —με άξονα τον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου (ΠΟΕ)— διευρύνθηκε σε μέλη και πεδία. Ωστόσο, αυτή η πορεία έχει λοξοδρομήσει απότομα τα τελευταία χρόνια. Μια ορατή και μετρήσιμη αναβίωση του προστατευτισμού βρίσκεται σε εξέλιξη σε ολόκληρο τον κόσμο. Η αναβίωση αυτή εκδηλώνεται όχι μόνο με κλασικούς δασμούς και ποσοστώσεις αλλά και με βιομηχανικές επιδοτήσεις, ελέγχους εξαγωγών, φίλτρα επενδύσεων, κανόνες «Αγοράζουμε Εγχώρια», συνοριακές χρεώσεις συνδεδεμένες με το κλίμα και περιορισμούς για λόγους εθνικής ασφάλειας.

Παρότι τα επεισόδια προστατευτισμού δεν είναι καινούργια, το τωρινό κύμα ξεχωρίζει για το εύρος του (από τα μικροτσίπ έως τα τρόφιμα), τη γεωγραφική του εμβέλεια (καθοδηγούμενο από τις μεγαλύτερες οικονομίες και ακολουθούμενο από πολλές άλλες) και τις δικαιολογίες του (ασφάλεια, ανθεκτικότητα, κλίμα, ανισότητα).

Διεθνής Χρηματοδότηση και Διεθνής Μακροοικονομική

Μία θεμελιώδης διαφορά μεταξύ ανοικτών οικονομιών, που μετέχουν στις διεθνείς αγορές αγαθών και υπηρεσιών και στις διεθνείς κεφαλαιαγορές, και κλειστών οικονομιών που δεν έχουν πρόσβαση σε αυτές, είναι ότι μία ανοικτή οικονομία μπορεί να δανείζεται πόρους από τον υπόλοιπο κόσμο ή να δανείζει πόρους στον υπόλοιπο κόσμο. Έτσι, σε μία ανοικτή οικονομία, οι εγχώριες επενδύσεις μπορούν να διαφέρουν από τις εγχώριες αποταμιεύσεις.

Αυτή η δυνατότητα πρόσβασης στις διεθνείς κεφαλαιαγορές και μεταφοράς επενδύσεων και αποταμιεύσεων από χώρα σε χώρα καλείται διαχρονικό εμπόριο, και είναι ένα από τα βασικά αντικείμενα της διεθνούς μακροοικονομικής. Όταν οι εγχώριες αποταμιεύσεις υπερβαίνουν τις εγχώριες επενδύσεις, δημιουργείται πλεόνασμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, ενώ όταν συμβαίνει το αντίθετο δημιουργείται αντίστοιχο έλλειμμα.

Διαχρονικό Εμπόριο και Ισοζύγιο Πληρωμών

Μεγάλο μέρος της διεθνούς μακροοικονομικής ασχολείται με το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, και γενικότερα το ισοζύγιο διεθνών πληρωμών, που σχετίζεται με αυτό το διαχρονικό εμπόριο αποταμιευτικών πόρων.

Στο Γράφημα που ακολουθεί παρουσιάζουμε την εξέλιξη του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών των ΗΠΑ, της ΕΕ, της Ιαπωνίας και της Κίνας κατά την τελευταία εικοσαετία. Βλέπουμε ότι οι ΗΠΑ έχουν τα τελευταία χρόνια μόνιμα ελλείμματα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, ενώ η Ιαπωνία και η Κίνα έχουν πλεονάσματα. Το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της ΕΕ, μετά την κρίση του 2008-2009 παρουσιάζει και αυτό σημαντικά πλεονάσματα.

Ισοζύγιο Τρεχουσών Συναλλαγών ΗΠΑ, Κίνας, ΕΕ και Ιαπωνίας
(% του ΑΕΠ)

Η ερμηνεία αυτών των εξελίξεων στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών των διαφόρων χωρών, και οι συνέπειές τους για τη διεθνή οικονομία και τις επί μέρους οικονομίες, είναι ένα από τα βασικά αντικείμενα της διεθνούς μακροοικονομικής και σχετίζεται με την έννοια της εξωτερικής ισορροπίας που αναλύουμε στις σχετικές διαλέξεις.

Διεθνείς Κεφαλαιαγορές και Συναλλαγματικές Ισοτιμίες

Μία ακόμη βασική διαφορά μεταξύ της διεθνούς οικονομίας και των εθνικών οικονομιών είναι ότι στη διεθνή οικονομία συνυπάρχουν πολλά νομίσματα και όχι μόνο ένα, όπως κατά τεκμήριο συμβαίνει στις εθνικές οικονομίες. 
Οι σχετικές τιμές αυτών των νομισμάτων (ονομαστικές συναλλαγματικές ισοτιμίες) αλλάζουν συνεχώς στο σημερινό σύστημα των κυμαινομένων ισοτιμιών, και σε πολλές περιστάσεις δραστικά.

Στο Γράφημα που ακολουθεί παρουσιάζεται η ισοτιμία δολαρίου ΗΠΑ-Γερμανικού Μάρκου, του κυριότερου ευρωπαϊκού νομίσματος έως το 1998, και κατόπιν η ισοτιμία δολαρίου ΗΠΑ-Ευρώ.

Η Συναλλαγματική Ισοτιμία Δολαρίου-Μάρκου και Δολαρίου-Ευρώ

Μετά την κατάρρευση του συστήματος σταθερών ισοτιμιών του Bretton Woods στις αρχές του 1973, υιοθετήθηκε το σύστημα των κυμαινομένων συναλλαγματικών ισοτιμιών, το οποίο χαρακτηρίζεται από μεγάλη μεταβλητότητα στις ονομαστικές συναλλαγματικές ισοτιμίες. Το πιο σημαντικό όμως είναι ότι οι μεταβολές στις ονομαστικές συναλλαγματικές ισοτιμίες είναι πολύ στενά συνδεδεμένες με τις μεταβολές στις πραγματικές συναλλαγματικές ισοτιμίες, που δεν είναι παρά τα σχετικά επίπεδα τιμών (ή μοναδιαίου κόστους εργασίας) δύο χωρών εκπεφρασμένα σε κοινό νόμισμα.

Σήμερα, ο ρόλος των χρηματαγορών και των κεφαλαιαγορών είναι σημαντικός σε όλες τις αναπτυγμένες οικονομίες. Οι χρηματαγορές και οι κεφαλαιαγορές επιτρέπουν στα νοικοκυριά, τις επιχειρήσεις και τις κυβερνήσεις να ανταλλάσουν τίτλους εκπεφρασμένους σε διαφορετικά νομίσματα (διεθνής αγορά συναλλάγματος και ομολόγων αλλά και μετοχών).

Οι διεθνείς χρηματαγορές και κεφαλαιαγορές διαφέρουν από τις εγχώριες ως προς το ότι δεν υπόκεινται κατ’ανάγκην στις επί μέρους εθνικές ρυθμίσεις που ισχύουν στις διάφορες χώρες. Οι διεθνείς χρηματαγορές και κεφαλαιαγορές είναι εκείνες που προσδιορίζουν τις διακυμάνσεις των συναλλαγματικών ισοτιμιών και των επιτοκίων, και συνδέουν τις μακροοικονομικές εξελίξεις σε μία χώρα με τον υπόλοιπο κόσμο, μέσω της χρηματοδότησης των ανισορροπιών στα δημοσιονομικά ισοζύγια και τα ισοζύγια πληρωμών μεταξύ των χωρών.

Ο όγκος των συναλλαγών στις αγορές αυτές ξεπερνά κατά πολύ τις διεθνείς εμπορικές συναλλαγές. Κρίσιμες μεταβλητές για τη διεθνή οικονομία όπως τα επιτόκια και οι συναλλαγματικές ισοτιμίες καθορίζονται μέσω των συναλλαγών στις αγορές αυτές. Το διαχρονικό εμπόριο των χωρών, είτε αφορά κυβερνήσεις είτε τον ιδιωτικό τομέα, χρηματοδοτείται μέσω αυτών των αγορών. Οι αγορές αυτές πολλές φορές συνδέονται με συναλλαγματικές κρίσεις, δημοσιονομικές κρίσεις και τη χρεοκοπία κυβερνήσεων και χωρών. Είναι κατά συνέπεια φυσικό, σε μία σειρά διαλέξεων για τη διεθνή οικονομική να αφιερώσουμε κάποιες διαλέξεις στο ζήτημα της λειτουργίας των διεθνών κεφαλαιαγορών και χρηματαγορών, και στους προσδιοριστικούς παράγοντες των μεταβολών στα επιτόκια και τις συναλλαγματικές ισοτιμίες.

Μακροοικονομική Πολιτική σε Ανοικτές Οικονομίες

Κρίσιμο ρόλο για τον προσδιορισμό των μακροοικονομικών διακυμάνσεων, των ισοζυγίων πληρωμών, των συναλλαγματικών ισοτιμιών, των επιτοκίων, των ποσοστών ανεργίας και των ποσοστών πληθωρισμού διαδραματίζει η μακροοικονομική πολιτική μιας χώρας, τόσο η νομισματική πολιτική, όσο και η δημοσιονομική πολιτική. Η μακροοικονομική πολιτική, καθότι επηρεάζει ακόμη και βραχυχρόνια τις συναλλαγματικές ισοτιμίες και το ισοζύγιο πληρωμών, έχει επιπτώσεις όχι μόνο στη χώρα που την υιοθετεί αλλά και στον υπόλοιπο κόσμο.

Μία σειρά διαλέξεων διεθνούς οικονομικής δεν μπορεί παρά να αφιερώσει μεγάλο μέρος στην ανάλυση αυτών των εγχώριων και διεθνών επιπτώσεων της μακροοικονομικής πολιτικής. Αναλύουμε τις βραχυχρόνιες και μακροχρόνιες επιπτώσεις τόσο της νομισματικής, όσο και της δημοσιονομικής πολιτικής σε ανοικτές οικονομίες, με έμφαση στο καθεστώς που επικρατεί αναφορικά με τη συναλλαγματική ισοτιμία. 

Οι προσδιοριστικοί παράγοντες των μεταβολών των ισοτιμιών είναι βασικό αντικείμενο της διεθνούς μακροοικονομικής, όπως και οι επιπτώσεις της επιλογής της σταθεροποίησης της συναλλαγματικής ισοτιμίας για την εγχώρια και τη διεθνή νομισματική πολιτική. Σε ειδική διάλεξη αναλύουμε τα υπέρ και τα κατά των συστημάτων κυμαινομένων και σταθερών ισοτιμιών, τόσο από βραχυχρόνια, όσο και από μακροχρόνια άποψη. Η ανάλυση αυτή είναι απαραίτητη για την αξιολόγηση των διαφόρων νομισματικών συστημάτων που επικράτησαν παγκοσμίως από τη εποχή του διμεταλλισμού έως σήμερα.

Διεθνής Συντονισμός των Μακροοικονομικών Πολιτικών

Λόγω των αλληλεπιδράσεων μεταξύ των διαφόρων χωρών, οι εξελίξεις σε μία χώρα επηρεάζουν τον υπόλοιπο κόσμο. Το ίδιο συμβαίνει και με τις εξελίξεις στην μακροοικονομική πολιτική.

Ένα από τα σημαντικότερα αντικείμενα της διεθνούς μακροοικονομικής είναι η ανάλυση της λειτουργίας του διεθνούς νομισματικού συστήματος, και των μεμονομένων οικονομιών, κάτω από καθεστώτα σταθερών και κυμαινομένων ισοτιμιών.

Ένα βασικό ζητούμενο είναι το πως θα επιτευχθεί αρμονία στις αποφάσεις των διαφόρων χωρών, ώστε να μην υπάρχουν ανεπιθύμητες παρενέργειες στον υπόλοιπο κόσμο. Αυτό επιτυγχάνεται μέσω θεσμών που συντονίζουν τις πολιτικές των διαφόρων χωρών και προωθούν κοινά αποδεκτούς κανόνες διεθνούς συμπεριφοράς.

Όπως ήδη αναφέραμε, για το διεθνές εμπόριο τέτοιος θεσμός είναι ο Διεθνής Οργανισμός Εμπορίου (ΔΟΕ), ο οποίος αποτελεί μετεξέλιξη της Γενικής Συμφωνίας για τους Δασμούς και το Εμπόριο (GATT). Στο επίπεδο της διεθνούς μακροοικονομικής πολιτικής υπάρχει το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ), η Ομάδα των Επτά (G-7) μεγαλυτέρων βιομηχανικών χωρών, και, πιο πρόσφατα, η Ομάδα των Είκοσι (G-20).

Η εξέλιξη του διεθνούς νομισματικού συστήματος και ο ρόλος του συντονισμού των μακροοικονομικών πολιτικών αναλύεται σε ειδική διάλεξη.

Διεθνής Οικονομική και Ευρωπαϊκή Ένωση

Η σειρά αυτή διαλέξεων δεν έχει ως κύριο αντικείμενο τα οικονομικά της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ωστόσο, καθώς ασχολείται με το διεθνές εμπόριο, τον προστατευτισμό, τη διεθνή μετανάστευση, τις κινήσεις κεφαλαίου, τις διεθνείς αγορές  συναλλάγματος και τις συναλλαγματικές ισοτιμίες καθώς και το συντονισμό των μακροοικονομικών πολιτικών δεν μπορεί να αγνοεί την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είναι απλώς μία τελωνειακή ένωση, αλλά μία πολύ πιο φιλόδοξη προσπάθεια οικονομικής ενοποίησης που στοχεύει στην εμβάθυνση των οικονομικών και πολιτικών σχέσεων μεταξύ των μελών της, και η οποία έχει ήδη δημιουργήσει μία ενιαία αγορά και ένα ενιαίο νόμισμα μεταξύ των χωρών που μετέχουν σε αυτή.

Κατά συνέπεια είναι φυσικό να αφιερώσουμε χώρο στα οικονομικά αλλά και τη διακυβέρνηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και στις οικονομικές και νομισματικές σχέσεις μεταξύ των κρατών-μελών. Ειδικές διαλέξεις πραγματεύονται τη διαδικασία οικονομικής και νομισματικής ενοποίησης στην Ευρώπη, από την τελωνειακή ένωση ώς το πρόγραμμα της ενιαίας αγοράς, και από το Ευρωπαϊκό Νομισματικό Σύστημα (ΕΝΣ) έως το ευρώ.

Μακροχρόνια Ανάπτυξη στην Παγκόσμια Οικονομία

Μία σειρά διαλέξεων διεθνούς οικονομικής και της παγκόσμιας οικονομίας δεν θα ήταν πλήρης αν αγνοούσε τις διαφορές μεταξύ αναπτυσσομένων και αναπτυγμένων οικονομιών και τη διπλή πρόκληση της παγκόσμιας ανάπτυξης και της μείωσης των οικονομικών ανισοτήτων μεταξύ των χωρών που συναπαρτίζουν την παγκόσμια οικονομία.
Παρότι τα οικονομικά της ανάπτυξης και των αναπτυσσομένων οικονομιών δεν ανήκουν στο κύριο αντικείμενο αυτής της σειράς διαλέξεων, αφιερώνουμε ειδική διάλεξη στα προβλήματα αυτά, με έμφαση στους προσδιοριστικούς παράγοντες της μακροχρόνιας ανάπτυξης και στις διαφορετικές εμπειρίες των αναπτυσσομένων οικονομιών.
Η διεθνής διάσταση του προβλήματος της οικονομικής ανάπτυξης έχει αναγνωριστεί εδώ και δεκαετίες, και για το συντονισμό της διεθνούς αναπτυξιακής πολιτικής έχει δημιουργηθεί η Παγκόσμια Τράπεζα Ανασυγκρότησης και Ανάπτυξης (Παγκόσμια Τράπεζα ή World Bank), καθώς και μία σειρά περιφερειακών αναπτυξιακών τραπεζών.
Οι διαλέξεις αναφέρονται και σε μία σειρά από άλλα ζητήματα που αφορούν τις λιγότερο αναπτυγμένες και τις φτωχές οικονομίες. Κύριο ανάμεσα σε αυτά είναι το ζήτημα των άμεσων ξένων επενδύσεων από πολυεθνικές επιχειρήσεις, αλλά και το πρόβλημα των συνθηκών εργασίας και του σεβασμού των δικαιωμάτων των εργαζομένων. Επίσης αναφερόμαστε στο ζήτημα του δανεισμού των αναπτυσσομένων οικονομιών από τις διεθνείς κεφαλαιαγορές και χρηματαγορές και στις περιοδικές κρίσεις εξωτερικού χρέους που πλήττουν κυρίως τις αναπτυσσόμενες οικονομίες.

Διεθνείς Εξωτερικότητες και Παγκόσμιο Περιβάλλον

Μία σειρά διαλέξεων που αναφέρεται στη διεθνή οικονομική και την παγκόσμια οικονομία δεν θα ήταν πλήρης αν δεν αναφερόταν και στα προβλήματα που δημιουργεί η διεθνής οικονομική δραστηριότητα στο παγκόσμιο περιβάλλον.

Ζητήματα όπως η υπεραλίευση των θαλασσών, η ατμοσφαιρική ρύπανση και η υπερθέρμανση του πλανήτη έχουν μια σαφή διεθνή οικονομική διάσταση. Παρότι το ζήτημα του περιβάλλοντος δεν εμπίπτει στις κύριες αρμοδιότητες οργανισμών όπως ο ΠΟΕ, η διεθνής του διάσταση έχει αναγνωριστεί, και ως εκ τούτου αφιερώνουμε μία από τις τελευταίες διαλέξεις στο ζήτημα των διεθνών προσπαθειών για την αποτροπή της υπερθέρμανσης του πλανήτη και της υπεραλίευσης των θαλασσών.

Όπως και με άλλα προβλήματα, όπως το εμπόριο, οι νομισματικές σχέσεις και η ανάπτυξη, έτσι και με το ζήτημα του περιβάλλοντος προκύπτει αδήριτα η ανάγκη διεθνούς συντονισμού των πολιτικών, καθώς οι εθνικές πολιτικές δημιουργούν εξωτερικότητες που επηρεάζουν την ευημερία του υπόλοιπου κόσμου.

Ελλάδα και Παγκοσμιοποίηση

Στην τελευταία διάλεξη αναφερόμαστε στην μεταπολεμική εμπειρία της ελληνικής οικονομίας, με έμφαση στη διαδικασία ένταξης της στην παγκόσμια και την ευρωπαϊκή οικονομία. Στη διάλεξη αυτή συνοψίζονται τα χαρακτηριστικά της μεταπολεμικής εξέλιξης της ελληνικής οικονομίας και αναλύεται συνολικά η πορεία της στο διαρκώς μεταβαλλόμενο διεθνές και ευρωπαϊκό πλαίσιο.

Η Μέθοδος της Οικονομικής Ανάλυσης

Η διεθνής οικονομική στοχεύει να εξηγήσει τον προσδιορισμό και τις αλληλεξαρτήσεις όλων των μεγεθών που προσδιορίζονται στα πλαίσια λειτουργίας της παγκόσμιας οικονομίας. Αποτελεί ένα σύνολο θεωριών για την αλληλεξάρτηση μεταξύ των εθνικών και παγκόσμιων μεγεθών, ως αποτέλεσμα της συμπεριφοράς των νοικοκυριών, των επιχειρήσεων, των κυβερνήσεων και άλλων θεσμικών φορέων όπως οι κεντρικές τράπεζες και οι υπερεθνικοί οργανισμοί. Οι θεωρίες αυτές, εκφράζονται συνήθως ως απλοποιημένα οικονομικά υποδείγματα, συχνά σε μαθηματική μορφή.

Τα οικονομικά υποδείγματα που χρησιμοποιούνται σε αυτές τις διαλέξεις μπορούν να αναλυθούν είτε αλγεβρικά είτε διαγραμματικά. Συνήθως χρησιμοποιούνται και οι δύο μέθοδοι ανάλυσης, μαζί με λεπτομερείς επεξηγήσεις των ιδιοτήτων και των προβλέψεών τους.

Διδακτικά Εγχειρίδια

Κεφάλαιο 1 στο Διεθνής Οικονομική και Παγκόσμια Οικονομία

Κεφάλαιο 1 στο Διεθνής Οικονομική: Θεωρία και Πολιτική

Σύνδεσμος στις Διαφάνειες της Διάλεξης