Η υπερθέρμανση του πλανήτη λόγω των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου είναι ένα κλασικό παράδειγμα οικονομικής εξωτερικότητας.

Μία οικονομική εξωτερικότητα υπάρχει όταν οι ενέργειες ατόμων και επιχειρήσεων, ή ομάδων ατόμων και επιχειρήσεων φέρνουν κάποια άλλα άτομα και επιχειρήσεις ή άλλες ομάδες ατόμων και επιχειρήσεων σε χειρότερη ή καλύτερη θέση,  χωρίς οι υπεύθυνοι για τις ενέργειες αυτές να φέρουν το κόστος ή να απολαμβάνουν τα οφέλη από τις ενέργειές τους επί των άλλων.

Εξωτερικότητες υπάρχουν σε πολλές καθημερινές αλληλεπιδράσεις και σε πολλούς τύπους οικονομικής δραστηριότητας.

Οι εξωτερικότητες είναι ένα κλασικό παράδειγμα μιας αποτυχίας της αγοράς και αποτελούν λόγο και αφορμή για διορθωτική παρέμβαση των κυβερνήσεων.

Εξωτερικότητες μπορούν να προκύψουν είτε κατά τη διαδικασία παραγωγής είτε κατά τη διαδικασία κατανάλωσης.

Διακρίνουμε λοιπόν μεταξύ παραγωγικών και καταναλωτικών εξωτερικοτήτων.

Οι εξωτερικότητες μπορεί να είναι είτε αρνητικές (επιβάλλοντας κόστος σε άλλους) είτε θετικές (δημιουργώντας οφέλη για άλλους).

Οι εξωτερικότητες επισημάνθηκαν πρώτα από τον φιλόσοφο του Cambridge (Αγγλία) Henry Sidgwick, και αναλύθηκαν αργότερα συστηματικά από τον οικονομολόγο, Καθηγητή του Cambridge (Αγγλία), Arthur Cecil Pigou.

Οι αρνητικές παραγωγικές εξωτερικότητες συνεπάγονται ότι το κοινωνικό οριακό κόστος παραγωγής είναι υψηλότερο από το ιδιωτικό οριακό κόστος παραγωγής. Δεδομένου ότι οι παραγωγοί αποφασίζουν βάσει του ιδιωτικού οριακού κόστους παραγωγής, υπάρχει υπερπαραγωγή σε σχέση με τον κοινωνικά βέλτιστο όγκο παραγωγής. Οι τιμές είναι χαμηλότερες από αυτές που θα ήταν κοινωνικά βέλτιστες, και ως εκ τούτου στην ισορροπία υπάρχει επίσης και υπερκατανάλωση. Αυτή η υπερπαραγωγή και υπερκατανάλωση συνεπάγεται κοινωνική απώλεια, δεδομένου ότι η αύξηση του πλεονάσματος παραγωγού και καταναλωτή δεν αρκεί για να αντισταθμίσει πλήρως το εξωτερικό κόστος που επιβάλλεται από την εξωτερικότητα σε τρίτους. Έτσι, μια αρνητική παραγωγική εξωτερικότητα συνεπάγεται αποτυχία της αγοράς. Η ελεύθερη αγορά δεν οδηγεί στον κοινωνικά βέλτιστο συνδυασμό τιμών και ποσοτήτων, αλλά σε υψηλότερη παραγωγή και κατανάλωση από ό, τι θα ήταν κοινωνικά βέλτιστη.

Οι αρνητικές καταναλωτικές εξωτερικότητες συνεπάγονται ότι η κοινωνική οριακή χρησιμότητα της κατανάλωσης είναι χαμηλότερη από την ιδιωτική οριακή χρησιμότητα της κατανάλωσης. Δεδομένου ότι οι καταναλωτές αποφασίζουν βάσει της ιδιωτικής οριακής χρησιμότητας της κατανάλωσης, υπάρχει υπερβολική κατανάλωση σε σχέση με το κοινωνικά βέλτιστο επίπεδο κατανάλωσης. Οι τιμές είναι υψηλότερες από αυτές που θα ήταν κοινωνικά βέλτιστες, και ως εκ τούτου στην ισορροπία υπάρχει επίσης υπερπαραγωγή. Αυτή η υπερπαραγωγή και υπερκατανάλωση συνεπάγεται κοινωνική απώλεια, δεδομένου ότι η αύξηση του πλεονάσματος παραγωγού και καταναλωτή δεν αρκεί για να αντισταθμίσει πλήρως το εξωτερικό κόστος που επιβάλλεται από την εξωτερικότητα σε τρίτους. Έτσι, μια αρνητική καταναλωτική εξωτερικότητα συνεπάγεται αποτυχία της αγοράς. Η ελεύθερη αγορά δεν οδηγεί στον κοινωνικά βέλτιστο συνδυασμό τιμών και ποσοτήτων, αλλά σε υψηλότερη κατανάλωση και παραγωγή από ό, τι θα ήταν κοινωνικά βέλτιστη.

Το Δεκέμβριο του 1997, αντιπροσωπείες από πολλά κράτη συναντήθηκαν στο Κυότο της Ιαπωνίας προκειμένου να συμφωνήσουν μη δεσμευτικούς στόχους για τη μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου. Το βασικό αέριο του θερμοκηπίου είναι το διοξείδιο του άνθρακα (CO2), το οποίο απελευθερώνεται από αυτοκίνητα, εργοστάσια, συστήματα θέρμανσης, την παραγωγή ηλεκτρισμού από λιθάνθρακα και βασικά οποιαδήποτε δραστηριότητα συνεπάγεται εσωτερική καύση. Το διοξείδιο του άνθρακα δημιουργεί φαινόμενα θερμοκηπίου, δηλαδή τον εγκλωβισμό θερμότητας στην ατμόσφαιρα, και την άνοδο της θερμοκρασίας της γης. Ακόμη και μικρές αυξήσεις στη μέση θερμοκρασία της γης μπορεί να έχουν δραματικές συνέπειες μέσω της τήξης των πάγων στους πόλους της γης, που προκαλεί άνοδο στη στάθμη των ωκεανών και αλλαγές στο κλίμα, επηρεάζοντας έτσι την ανθρώπινη υγεία, τα είδη υπό εξαφάνιση, τη γεωργία και την κτηνοτροφία, τον τουρισμό και την ποιότητα ζωής σε ολόκληρο τον πλανήτη.

Μία λύση στο πρόβλημα των εξωτερικοτήτων προτάθηκε από τον Pigou, με την επιβολή των κατάλληλων φόρων στις δραστηριότητες που προκαλούν αρνητικές εξωτερικότητες. Μία εναλλακτική λύση προτάθηκε το 1960 από τον Ronald Coase. Πρότεινε ότι οι εξωτερικότητες μπορούν να εσωτερικοποιηθούν, με τη θέσπιση κατάλληλων δικαιωμάτων ιδιοκτησίας. Αυτός ο τύπος λύσης είναι γνωστός ως το θεώρημα του Coase (Coase Theorem). Αυτό το θεώρημα υποδηλώνει ότι σε πολλές περιπτώσεις το πρόβλημα των εξωτερικοτήτων μπορεί να αντιμετωπισθεί με τη θέσπιση κατάλληλων δικαιωμάτων ιδιοκτησίας. Έτσι, το θεώρημα του Coase Theorem προτείνει έναν πολύ περιορισμένο ρόλο για την κυβερνητική πολιτική, τον καθορισμό των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας.

Για μία σειρά από πλουτοπαραγωγικές πηγές, και το περιβάλλον είναι ανάμεσα σε αυτές, δεν υπάρχουν σαφώς καθορισμένα δικαιώματα ιδιοκτησίας ούτε είναι εφικτό να καθορισθούν. Όταν διάφοροι παραγωγοί ή χώρες εκμεταλλεύονται μία πλουτοπαραγωγική πηγή που τους ανήκει από κοινού, ο ρυθμός εκμετάλλευσης αυτής της πηγής είναι υπερβολικός, καθώς ο κάθε παραγωγός (ή η κάθε χώρα), με το να μεγιστοποιεί τα δικά του οφέλη, δεν λαμβάνει υπόψη του τις αρνητικές επιπτώσεις που επιφέρει η συμπεριφορά του στην ευημερία των άλλων. Το πρόβλημα αυτό είναι ευρύτερα γνωστό ως η τραγωδία των κοινών, καθώς το παγκόσμιο περιβάλλον αποτελεί κοινή και όχι ατομική ή εθνική ιδιοκτησία.

Το ζήτημα του περιβάλλοντος είναι ένα ζήτημα στο οποίο η ανάπτυξη μιας χώρας, στο βαθμό που βασίζεται σε διαδικασίες οι οποίες προκαλούν βλάβη στο παγκόσμιο περιβάλλον, προκαλεί αρνητικές εξωτερικές επιπτώσεις στην ευημερία των υπολοίπων χωρών.

Στη διάλεξη αυτή αναλύουμε τη φύση αυτών των εξωτερικοτήτων, επισημαίνουμε την ανάγκη για διεθνείς θεσμούς και συμφωνίες που να προστατεύουν το περιβάλλον, και αναφέρομαστε στη υφιστάμενη διεθνή κατάσταση σήμερα.

Διαφάνειες της Διάλεξης