Υπάρχουν τεράστιες διαφορές στο κατά κεφαλήν εισόδημα και στην ευημερία μεταξύ χωρών που βρίσκονται σε διαφορετικά στάδια οικονομικής ανάπτυξης. Για παράδειγμα, το κατά κεφαλήν εισόδημα των ΗΠΑ το 2010 ανερχόταν σε 41365 δολάρια (σε τιμές του 2005). Το κατά κεφαλή εισόδημα της Ζιμπάμπουε ανερχόταν σε 319 δολάρια του 2005, ισοδύναμης αγοραστικής δύναμης. Ήταν δηλαδή μόλις το 0,8% του κατά κεφαλήν εισοδήματος των ΗΠΑ.

Οι οικονομολόγοι ασχολούνται με το γιατί κάποιες χώρες είναι πλούσιες και κάποιες φτωχές τουλάχιστον από την εποχή που δημοσιεύθηκε ο Πλούτος των Εθνών του Adam Smith. Στις αναπτυγμένες οικονομίες σήμερα το κατά κεφαλήν εισόδημα είναι τουλάχιστον 10 φορές πιο υψηλό από ό,τι πριν από διακόσια χρόνια.

Ωστόσο, η αύξηση του κατά κεφαλήν εισοδήματος δεν υπήρξε ομοιόμορφη. Μετά από αιώνες στασιμότητας στο μέσο βιοτικό επίπεδο όλων των χωρών του κόσμου, ο ρυθμός οικονομικής μεγέθυνσης αυξήθηκε στην Ευρώπη και τις αποικίες της, όπως οι ΗΠΑ, ο Καναδάς και η Αυστραλία, συντελώντας σε μία σταδιακή αλλά σχετικά σταθερή αύξηση του βιοτικού επιπέδου τους. Άλλες χώρες, όπως η Ιαπωνία ξεκίνησαν αργότερα τη διαδικασία της ανάπτυξής τους, αλλά επέτυχαν υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης, με αποτέλεσμα προς τα τέλη του εικοστού αιώνα να έχουν προσεγγίσει το βιοτικό επίπεδο των αναπτυγμένων ευρωπαϊκών οικονομιών και των ΗΠΑ. Μετά τον Β΄Παγκόσμιο Πόλεμο ο μέσος ρυθμός οικονομικής μεγέθυνσης επιταχύνθηκε, και πολλές χώρες σε ολόκληρο τον κόσμο είδαν το βιοτικό τους επίπεδο να διπλασιάζεται μεταξύ του 1960 και των αρχών του εικοστού πρώτου αιώνα.

Μεταξύ του 1960 και του 2010, δηλαδή στα τελευταία 50 χρόνια, το πραγματικό κατά κεφαλήν εισόδημα των ΗΠΑ σχεδόν τριπλασιάστηκε. Για την ακρίβεια ανέβηκε κατά 2,8 φορές περίπου, από $15398 του 2005 το 1960, στα $41365 το 2010. Ο μέσος ετήσιος ρυθμός ανάπτυξης του ήταν περίπου 2% το χρόνο. Αντίστοιχες τάσεις εμφανίστηκαν και στις αναπτυγμένες Ευρωπαϊκές οικονομίες. Ο μέσος ετήσιος ρυθμός ανάπτυξης του κατά κεφαλήν εισοδήματος στη Γερμανία, τη Γαλλία, τη Μεγάλη Βρετανία και την Ιταλία ήταν 2,2-2,3%, ελαφρά υψηλότερος από ότι στις ΗΠΑ. Ο μέσος ετήσιος ρυθμός ανάπτυξης του κατά κεφαλήν εισοδήματος στην Ιαπωνία ήταν 3,4%, σημαντικά υψηλότερος από τις ΗΠΑ και τις μεγάλες ευρωπαϊκές οικονομίες.

Ωστόσο, ούτε στα τελευταία 50 χρόνια, οι αναπτυσσόμενες οικονομίες δεν έχουν επιδείξει μία ομοιόμορφη τάση σύγκλισης με το κατά κεφαλήν εισόδημα των αναπτυγμένων βιομηχανικών χωρών. Ενώ κάποιες αναπτυσσόμενες οικονομίες έχουν επιτύχει εντυπωσιακές αυξήσεις στο κατά κεφαλήν εισόδημά τους σε σχέση με το 1960, και σημαντική σύγκλιση με το βιοτικό επίπεδο των αναπτυγμένων οικονομιών, άλλες έχουν μείνει δραματικά πίσω.

Η ανάλυση του γιατί κάποιες χώρες έχουν επιτύχει σημαντική οικονομική ανάπτυξη, ενώ άλλες έχουν μείνει πίσω αποτελεί μία από τις σημαντικότερες προκλήσεις της οικονομικής επιστήμης γενικότερα, και της διεθνούς οικονομικής ειδικότερα. Γιατί κάποιες ασιατικές οικονομίες κατόρθωσαν να πετύχουν εντυπωσιακές αναπτυξιακές επιδόσεις, ενώ οι οικονομίες της Αφρικής παραμένουν εγκλωβισμένες σε παγίδες υπανάπτυξης. Γιατί οι περισσότερες οικονομίες της Λατινικής Αμερικής δεν κατόρθωσαν να παρακολουθήσουν τους ρυθμούς ανάπτυξης των αναπτυγμένων και αναπτυσσόμενων εταίρων τους σε άλλες περιοχές του κόσμου.

Οι αναπτυσσόμενες οικονομίες δεν αποτελούν μία ομοιόμορφη ομάδα. Οι αναπτυξιακές τους επιδόσεις διαφέρουν, και οι περισσότερες από αυτές που έχουν ασθενείς αναπτυξιακές επιδόσεις έχουν μια σειρά από κοινά χαρακτηριστικά που συντελούν στις χαμηλές αναπτυξιακές τους επιδόσεις, διατηρώντας σε χαμηλά επίπεδα την παραγωγική τους αποτελεσματικότητα, τις αποταμιεύσεις και τις επενδύσεις τόσο σε φυσικό όσο και σε ανθρώπινο κεφάλαιο.

Πρώτον, πολλές λιγότερο αναπτυγμένες οικονομίες χαρακτηρίζονται από υψηλό ποσοστό δημοσίων δαπανών στο συνολικό εισόδημα, καθώς και έντονα παρεμβατική κυβερνητική πολιτική στην οικονομία.

Δεύτερον, πολλές λιγότερο αναπτυγμένες οικονομίες χαρακτηρίζονται από σχετικά υψηλά ποσοστά πληθωρισμού.

Τρίτον, πολλές λιγότερο αναπτυγμένες οικονομίες χαρακτηρίζονται από υπανάπτυκτες κεφαλαιαγορές και αδυναμα χρηματοπιστωτικά συστήματα

Τέταρτον, σε πολλές από αυτές υπάρχουν συστήματα διοικητικού προσδιορισμού των συναλλαγματικών ισοτιμιών και περιορισμών στις διεθνείς κινήσεις κεφαλαίου

Πέμπτον, πολλές χαρακτηρίζονται από έντονη εξάρτηση από εξαγωγές πρώτων υλών και αγροτικών προϊόντων.

Το σημείο εκκίνησης στη θεωρία της οικονομικής μεγέθυνσης και ανάπτυξης είναι το υπόδειγμα του Solow (1956). Παρότι οι ρίζες του βρίσκονται σε παλαιότερα υποδείγματα, και παρότι έχει θεωρητικές και εμπειρικές αδυναμίες, το υπόδειγμα αυτό παρέχει ένα εξαιρετικά χρήσιμο, σχετικά απλό και ευέλικτο πλαίσιο ανάλυσης των προβλημάτων της οικονομικής ανάπτυξης.

Το υπόδειγμα αυτό βασίζεται σε μία νεοκλασσική συνάρτηση παραγωγής και στην υπόθεση ενός εξωγενούς ποσοστού αποταμιεύσεων και επενδύσεων. Το ποσοστό των επενδύσεων είναι ο κύριος προσδιοριστικός παράγων της συσσώρευσης του φυσικού κεφαλαίου, και της διαδικασίας της μεγέθυνσης σε αυτό το υπόδειγμα.

Το υπόδειγμα του Solow, παρά τις αδυναμίες του, αποτελεί τη βάση για την ανάλυση της μακροχρόνιας ανάπτυξης.

Το υπόδειγμα αυτό μπορεί σε ένα πρώτο επίπεδο να εξηγήσει τόσο τις μακροχρόνιες, όσο και τις βραχυχρόνιες διαφορές στο κατά κεφαλήν εισόδημα μεταξύ των χωρών που συναπαρτίζουν την παγκόσμια οικονομία. Τονίζει παράγοντες όπως η αποτελεσματικότητα της παραγωγικής διαδικασίας, η αποδοτικότητα των εργαζομένων (ανθρώπινο κεφάλαιο), το ποσοστό των αποταμιεύσεων και των επενδύσεων σε φυσικό κεφάλαιο, καθώς και άλλους παράγοντες όπως ο ρυθμός αύξησης του πληθυσμού. Επιπλέον, δίνει έμφαση στις διαφορετικές αρχικές συνθήκες αναφορικά με το διαθέσιμο φυσικό κεφάλαιο στις διάφορες οικονομίες, και προβλέπει μία διαδικασία σύγκλισης υπό προϋποθέσεις.

Από την άλλη, το υπόδειγμα αυτό έχει τρεις σημαντικές αδυναμίες. Η πρώτη είναι ότι βασίζεται κυρίως στη συσσώρευση φυσικού κεφαλαίου ως τον κύριο παράγοντα για την εξήγηση των διαφορών στο βιοτικό επίπεδο των διαφόρων οικονομιών. Ωστόσο, το φυσικό κεφάλαιο δεν επαρκεί για να εξηγήσει τις μεγάλες διαφορές στο κατά κεφαλήν εισόδημα μεταξύ των οικονομιών ούτε και τη σχετικά αργή διαδικασία της σύγκλισης. Δεύτερη αδυναμία του είναι η υπόθεση ότι το ποσοστό αποταμίευσης και επενδύσεων είναι εξωγενές. Τέλος, μια τρίτη θεωρητική αδυναμία του είναι ότι υποθέτει ότι οι εγχώριες αποταμιεύσεις ισούνται με τις επενδύσεις, χωρίς να μπορεί να εξηγήσει το διαχρονικό εμπόριο, τις διεθνείς κινήσεις κεφαλαίου και το ρόλο των εξωτερικών ανισορροπιών σε ανοικτές οικονομίες.

Και οι τρεις αυτές αδυναμίες έχουν σε κάποιο βαθμό αντιμετωπιστεί από γενικότερα υποδείγματα, τα οποία δεν ανατρέπουν τις βασικές προβλέψεις του για το ρόλο των επενδύσεων, της παραγωγικής αποτελεσματικότητας, της αποδοτικότητας της εργασίας και των αρχικών συνθηκών στη διαδικασία της οικονομικής ανάπτυξης.

Η πρόσφατη οικονομική έρευνα αναφορικά με τους προσδιοριστικούς παράγοντες της διαδικασίας της ανάπτυξης στην παγκόσμια οικονομία έχει επικεντρωθεί σε τρεις ομάδες παραγόντων: γεωγραφικούς, θεσμικούς και το ανθρώπινο κεφάλαιο. Η αποτελεσματικότητα της παραγωγικής διαδικασίας, η αποδοτικότητα της εργασίας και η ροή των επενδύσεων σε φυσικό κεφάλαιο προς τις αναπτυσσόμενες οικονομίες εξαρτάται με κρίσιμο τρόπο από αυτούς τους παράγοντες, καθώς και από το ρόλο του κράτους στην οικονομία και τη γενικότερη φορολογική και οικονομική πολιτική.

Επιπλέον, λόγω του ότι πολλές αναπτυσσόμενες οικονομίες χαρακτηρίζονται από σημαντικές επενδυτικές ευκαιρίες αλλά χαμηλές εγχώριες αποταμιεύσεις, υπάρχει μία τάση να έχουν ελλείμματα στο ισοζύγιο των τρεχουσών συναλλαγών τους και να δανείζονται από τις αναπτυγμένες οικονομίες. Ως ζήτημα αρχής, ο δανεισμός αυτός προκαλεί οφέλη τόσο για τις αναπτυσσόμενες όσο και για τις αναπτυγμένες οικονομίες. Ωστόσο, ο υπερβολικός διεθνής δανεισμός σε ξένο συνάλλαγμα από αναπτυσσόμενες οικονομίες συχνά έχει οδηγήσει σε αδυναμία εξυπηρέτησης των δανείων τους. Αυτές οι κρίσεις χρέους συχνά έχουν προκαλέσει συναλλαγματικές και τραπεζικές κρίσεις που έχουν επηρεάσει αρνητικά τόσο τις ίδιες όσο και την παγκόσμια οικονομία.

Διαφάνειες της Διάλεξης

Σύνδεσμος για την Παγκόσμια Τράπεζα