Η διαχρονική προσέγγιση ξεκινά προσδιορίζοντας τις τεχνολογικές και αγοραίες δυνατότητες μιας οικονομίας να επιλέγει την κατανομή της κατανάλωσης στο χρόνο.

Αυτές οι δυνατότητες περιγράφονται από το διαχρονικό εισοδηματικό περιορισμό, που περιγράφει τους όρους κάτω από τους οποίους η οικονομία μπορεί να δανείζει και να δανείζεται διεθνώς, καθώς και την εγχώρια επενδυτική τεχνολογία.

Η προσέγγιση αυτή είναι σήμερα η κυρίαρχη προσέγγιση στη διεθνή μακροοικονομική και χρησιμοποιείται ευρέως για την ανάλυση της εξωτερικής ισορροπίας, των διεθνών ανισορροπιών, του συντονισμού των πολιτικών, του εξωτερικού χρέους και της λειτουργίας των διεθνών κεφαλαιαγορών (βλ. Obstfeld and Rogoff (1996), Obstfeld (1998)).

Για να δούμε τα βασικά χαρακτηριστικά αυτής της προσέγγισης, ξεκινούμε με ένα υπόδειγμα μιας οικονομίας που διαρκεί δύο περιόδους (Fisher 1930). Αυτό είναι το απλούστερο δυνατό διαχρονικό υπόδειγμα, και μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να δούμε μερικά από τα κυριότερα χαρακτηριστικά της διαχρονικής προσέγγισης. Τα περισσότερα από τα συμπεράσματα στα οποία καταλήγουμε, όπως θα δούμε σε επόμενες διαλέξεις, εξακολουθούν να ισχύουν σε οικονομίες που διαρκούν για περισσότερες από δύο περιόδους, ακόμη και για άπειρες περιόδους.

Η συμμετοχή στην παγκόσμια αγορά κεφαλαίου επιτρέπει σε μία οικονομία να επιτύχει υψηλότερο επίπεδο ευημερίας. Αυτό συμβαίνει λόγω της διαφοράς του επιτοκίου της αυτάρκειας από το διεθνές επιτόκιο. Το επιτόκιο της αυτάρκειας ορίζεται ως το επιτόκιο στο οποίο οι εγχώριες αποταμιεύσεις εξισώνονται με τις εγχώριες επενδύσεις.

Αν το διεθνές επιτόκιο είναι μικρότερο από το επιτόκιο της αυτάρκειας, αυτό επιτρέπει σε μία οικονομία να χρηματοδοτήσει μεγαλύτερη κατανάλωση και επενδύσεις στο παρόν, μέσω ελλείμματος στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. Στο μέλλον, αποπληρώνει τα χρέη της με πολύ μικρή μείωση της κατανάλωσης σε σχέση με την αρχική αύξηση, διότι οι επενδύσεις που έγιναν την πρώτη περίοδο έχουν αυξήσει την παραγωγή.

Μπορεί κανείς να δείξει ότι αύξηση της ευημερίας θα προέκυπτε ακόμη και αν το διεθνές επιτόκιο ήταν μεγαλύτερο από το επιτόκιο της αυτάρκειας. Τότε θα είχαμε μικρή μείωση της κατανάλωσης στο παρόν και μεγαλύτερη αύξηση της κατανάλωσης στο μέλλον. Η χώρα θα είχε πλεόνασμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών στο παρόν, θα συσσώρευε διεθνή ομόλογα, και μέσω της υψηλότερης απόδοσής τους θα χρηματοδοτούσε την αύξηση της κατανάλωσης στο μέλλον.

Κατά συνέπεια, όταν το διεθνές επιτόκιο διαφέρει από το επιτόκιο της αυτάρκειας, το διαχρονικό εμπόριο που καθίσταται δυνατό από τη συμμετοχή στην παγκόσμια οικονομία, οδηγεί σε αύξηση της ευημερίας. Εκτός από τα στατικά οφέλη που τονίζει η θεωρία του συγκριτικού πλεονεκτήματος για το διεθνές εμπόριο αγαθών και υπηρεσιών, η συμμετοχή στην παγκόσμια οικονομία έχει και δυναμικά οφέλη, τα οποία προκύπτουν από την απεξάρτηση των εγχώριων επενδύσεων από τις εγχώριες αποταμιεύσεις.

Προκειμένου να αναλύσουμε τις βασικές προβλέψεις της διαχρονικής προσέγγισης για το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών και την έννοια της εξωτερικής ισορροπίας, επεκτείνουμε την ανάλυση σε ένα υπόδειγμα αντιπροσωπευτικού νοικοκυριού με άπειρο χρονικό ορίζοντα. Από την ανάλυση αυτή προκύπτουν τα εξής:

Για να βρίσκεται σε ισορροπία το ισοζύγιο πληρωμών, το εξωτερικό χρέος μιας χώρας πρέπει να ισούται με την παρούσα αξία των μελλοντικών εμπορικών πλεονασμάτων της. Δεν απαιτείται να υπάρχει ισορροπία στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών σε κάθε περίοδο, αλλά διαχρονικά. Τρέχοντα ελλείμματα θα πρέπει να αντισταθμίζονται από μελλοντικά πλεονάσματα και το αντίθετο.

Η βέλτιστη επιλογή της ιδιωτικής κατανάλωσης από ένα αντιπροσωπευτικό νοικοκυριό ικανοποιεί τη συνθήκη εξωτερικής ισορροπίας, και συνεπάγεται πλεονάσματα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών όταν υπάρχουν προσωρινές θετικές αποκλίσεις της παραγωγής από το μόνιμο επίπεδό της, και ελλείμματα όταν υπάρχουν προσωρινές θετικές αποκλίσεις των επενδύσεων ή των δημοσίων δαπανών. Αντίθετα, συνεπάγεται ελλείμματα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών όταν υπάρχουν προσωρινές αρνητικές αποκλίσεις της παραγωγής από το μόνιμο επίπεδό της, και πλεονάσματα όταν υπάρχουν προσωρινές αρνητικές αποκλίσεις των επενδύσεων ή των δημοσίων δαπανών.

Εάν το εισόδημα είναι προσωρινά υψηλότερο από το μόνιμο επίπεδό του, αυτό δεν οδηγεί σε αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης. Κατά συνέπεια, οι εθνικές αποταμιεύσεις αυξάνονται προσωρινά πάνω από τις επενδύσεις, και το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών παρουσιάζει ένα προσωρινό πλεόνασμα, το οποίο οδηγεί σε προσωρινή συσσώρευση περιουσιακών στοιχείων (ομολόγων) από το εξωτερικό.

Εάν η δημόσια κατανάλωση είναι προσωρινά υψηλότερη από το μόνιμο επίπεδό της, αυτό δεν επηρεάζει την ιδιωτική κατανάλωση. Κατά συνέπεια, οι εθνικές αποταμιεύσεις μειώνονται σε επίπεδο κάτω από τις συνολικές επενδύσεις, και το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών παρουσιάζει έλλειμμα. Το έλλειμμα οδηγεί σε προσωρινή αποσυσσώρευση περιουσιακών στοιχείων από το εξωτερικό ή αύξηση του εξωτερικού χρέους.

Τέλος, αν οι επενδύσεις είναι προσωρινά υψηλότερες από το μόνιμο επίπεδό τους, αυτό επίσης οδηγεί σε έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, διότι μία προσωρινή μεταβολή στις επενδύσεις δεν επηρεάζει το μόνιμο διαθέσιμο εισόδημα, την ιδιωτική κατανάλωση και τις αποταμιεύσεις. Οι επενδύσεις αυξάνονται προσωρινά πάνω από τις εθνικές αποταμιεύσεις και η χώρα αποσυσσωρεύει περιουσιακά στοιχεία από το εξωτερικό.

Πιο σύνθετα υποδείγματα έχουν πιο σύνθετες προβλέψεις, αλλά τα ποιοτικά χαρακτηριστικά των προβλέψεών τους δεν διαφέρουν ουσιωδώς από τις προβλέψεις του απλού υποδείγματος του αντιπροσωπευτικού νοικοκυριού που παρουσιάσαμε στη διάλεξη αυτή.

Σύνδεσμος στις Διαφάνειες της Διάλεξης