Στη διάλεξη αυτή παρουσιάζουμε μια σύντομη επισκόπηση της εξέλιξης του διεθνούς νομισματικού συστήματος, από το διμεταλλισμό έως σήμερα.

Το διεθνές νομισματικό σύστημα είναι το πλαίσιο μέσω του οποίου συνδέονται μεταξύ τους οι εθνικές οικονομίες. Οι κανόνες του προσδιορίζουν ανάμεσα στα άλλα το πως χρηματοδοτούνται αλλά και το πως διορθώνονται οι ανισορροπίες στο ισοζύγιο πληρωμών.

Το αν οι διεθνείς συναλλαγές αγαθών, υπηρεσιών και κεφαλαίων είναι ελεύθερες, το πως διακανονίζονται οι διεθνείς συναλλαγές, το αν οι συναλλαγματικές ισοτιμίες είναι σταθερές ή κυμαινόμενες, το αν το διεθνές νομισματικό σύστημα είναι συμμετρικό ή ασύμμετρο, το αν βασίζεται σε πολύτιμα μέταλλα ή όχι, είναι μερικοί από τους κρισιμότερους θεσμούς και κανόνες που χαρακτηρίζουν το διεθνές νομισματικό σύστημα.

Όταν το διεθνές νομισματικό σύστημα λειτουργεί αποτελεσματικά, το ίδιο συμβαίνει και με την παγκόσμια οικονομία. Συμβαίνει όμως και το αντίθετο. Όταν υπάρχουν μεγάλες ανισορροπίες στην παγκόσμια οικονομία, τότε το διεθνές νομισματικό σύστημα μπορεί να αποσταθεροποιηθεί και αυτό.

Στις αρχές του 19ου αιώνα, το παγκόσμιο νομισματικό σύστημα βασιζόταν στο διμεταλλικό νομισματικό σύστημα της Γαλλίας. Αν και ο άργυρος αποτελούσε τη βάση του συστήματος, επιτρεπόταν η ελεύθερη κοπή νομισμάτων από άργυρο και χρυσό με ορισμένη διατίμηση. Η παγκόσμια σχέση τιμής χρυσού και αργύρου ήταν 1 προς 15½. Ωστόσο, η Μεγάλη Βρετανία βρισκόταν ήδη στον κανόνα χρυσού από το Μάιο του 1821, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες ήταν de facto στον κανόνα αργύρου.

Η διόρθωση των ανισορροπιών στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών στο διμεταλλισμό γινόταν μέσω ροών πολυτίμων μετάλλων. Οι χώρες με ελλείμματα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών πλήρωναν για τα ελλείμματα με πολύτιμα μέταλλα. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση της εγχώριας προσφοράς χρήματος και τη μείωση του επιπέδου της εγχώριας παραγωγής και των τιμών. Κατά συνέπεια, η ύφεση που δημιουργείτο και η συνακόλουθη μείωση του επιπέδου των τιμών, οδηγούσε σε διόρθωση των εξωτερικών ανισορροπιών. Οι επιπτώσεις στις χώρες με πλεόνασμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών ήταν ακριβώς οι αντίθετες.

Το διμεταλλισμό διαδέχθηκε ο κανόνας χρυσού. Τρεις είναι οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για την ύπαρξη κανόνα χρυσού. Η αμοιβαία μετατρεψιμότητα μεταξύ χρυσού και εγχώριων νομισμάτων, η ελεύθερη εισαγωγή και εξαγωγή χρυσού και ένα σύστημα κανόνων για τη σύνδεση μεταξύ της εγχώριας προσφοράς χρήματος και των αποθεμάτων χρυσού της χώρας.

Ο διεθνής κανόνας χρυσού αποτελούσε στην ουσία ένα σύστημα σταθερών ισοτιμιών μεταξύ των νομισμάτων που μετείχαν σε αυτόν, καθώς κάθε χώρα όριζε την περιεκτικότητα του νομίσματός της σε χρυσό. Δεδομένου ότι όλες οι χώρες είχαν ορίσει την τιμή του χρυσού στο νόμισμά τους, οι ισοτιμίες των νομισμάτων ορίζονταν με απλή διαίρεση των τιμών του χρυσού στα διάφορα νομίσματα.

Η Αγγλία ήταν η πρώτη χώρα που υιοθέτησε τον κανόνα χρυσού ως το εγχώριο νομισματικό της σύστημα. Η εξέλιξη αυτή οφείλετο σε ένα λάθος του Isaac Newton, Διευθυντή του Νομισματοκοπείου. Το 1717, ο Newton όρισε πολύ χαμηλή τιμή για τον άργυρο σε σχέση με το χρυσό, με αποτέλεσμα να εξαφανισθούν από την κυκλοφορία τα αργυρά νομίσματα στη Βρετανία, δεδομένου ότι η διεθνής τιμή του αργύρου ήταν υψηλότερη. Το καθεστώς αυτό νομιμοποιήθηκε εκατό χρόνια αργότερα, το 1822.

Το πρώτο βήμα για τη δημιουργία του διεθνούς κανόνα χρυσού έγινε από τη Γερμανία το 1871. Μετά τη νίκη της στο Γαλλο-πρωσικό Πόλεμο, η Γερμανία εισέπραξε μία τεράστια αποζημίωση σε χρυσό και προχώρησε στη δημιουργία του χρυσού μάρκου. Οι Ευρωπαϊκές χώρες που είχαν διμεταλλικά νομισματικά συστήματα (Ολλανδία, Δανία, Νορβηγία, Σουηδία καθώς και οι χώρες της Λατινικής Νομισματικής Ένωσης), ακολούθησαν σύντομα, καθώς οι ανακαλύψεις αργύρου στη Νεβάδα και οι νέες μέθοδοι εξόρυξης είχαν οδηγήσει σε μεγάλη αύξηση της προσφοράς και πτώση της τιμής του αργύρου. Οι ΗΠΑ προσχώρησαν στο διεθνή κανόνα χρυσού το 1879 και αργότερα προσχώρησε τόσο η Ρωσία όσο και η Ιαπωνία, καθώς και άλλες χώρες.

Κυκλοφορούσαν τραπεζογραμμάτια και δεν υπήρχε παντού πλήρης μετατρεψιμότητα σε χρυσό. Ωστόσο, ο κανόνας χρυσού διέφερε από χώρα σε χώρα. Χώρες όπως η Βρετανία, οι ΗΠΑ και η Γερμανία είχαν πλήρη μετατρεψιμότητα του νομίσματός τους σε χρυσό, ενώ άλλες χώρες όπως η Γαλλία, το Βέλγιο και η Ελβετία είχαν περιορισμούς. Χρυσά νομίσματα δεν κυκλοφορούσαν σε όλες τις χώρες, παρά μόνο στην Αγγλία, τη Γαλλία, τη Γερμανία, τις ΗΠΑ, τη Ρωσία (μετά το 1879), την Αυστραλία, τη Νότιο Αφρική και την Αίγυπτο.

Η διόρθωση των εξωτερικών ανισορροπιών γινόταν μέσω ροών χρυσού και συναλλάγματος. Ταυτόχρονα όμως έπαιζε ρόλο και η πολιτική των επιτοκίων των κεντρικών τραπεζών.

Για να λειτουργεί ο μηχανισμός απαιτείτο όλοι να σέβονται τους ‘κανόνες του παιγνιδιού’. Να μην παρεμβαίνουν και να εμποδίζουν τις ροές χρυσού και συναλλάγματος, ούτε να αλλάζουν τα ποσοστά μεταλλικής κάλυψης των νομισμάτων τους. Αν και οι κανόνες δεν γίνονταν πάντοτε σεβαστοί, η παραβίασή τους δεν δημιουργούσε πολύ σοβαρά προβλήματα πριν τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Ο διεθνής κανόνας χρυσού κατέρρευσε με την έναρξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, καθώς η μετατρεψιμότητα εγκαταλείφθηκε από όλες τις εμπόλεμες χώρες.

Κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, όλες οι εμπόλεμες χώρες υπέφεραν από επίμονες και έντονες πληθωριστικές πιέσεις, που συνεχίσθηκαν και μετά τη λήξη του. Δεδομένου ότι οι ρυθμοί πληθωρισμού δεν ήταν απλώς υψηλοί, αλλά διέφεραν επίσης σημαντικά από χώρα σε χώρα, και λόγω των οικονομικών καταστροφών που είχε προκαλέσει ο πόλεμος, η άμεση επαναφορά του κανόνα χρυσού στις προπολεμικές ισοτιμίες ήταν ανέφικτη. Καθώς δε το 1919 οι ΗΠΑ εγκατέλειψαν τις προσπάθειες υποστήριξης της στερλίνας και του γαλλικού φράγκου, όλες οι ευρωπαϊκές χώρες δεν είχαν άλλη επιλογή από το να αφήσουν τα νομίσματά τους να κυμαίνονται ελεύθερα. Μόνον το δολάριο παρέμενε συνδεδεμένο με το χρυσό σε όλο αυτό το διάστημα, εκτός από τη διετία 1917-1919, όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες, με την είσοδό τους στον πόλεμο, επέβαλαν περιορισμούς στις εξαγωγές χρυσού.

Η νομισματική αστάθεια και η έντονη μεταβλητότητα των συναλλαγματικών ισοτιμιών στη μεταπολεμική περίοδο οδήγησαν σε προσπάθειες συντονισμού μεταξύ των χωρών για την επαναφορά του κανόνα χρυσού. Πράγματι, οι ευρωπαϊκές χώρες με πρώτη τη Σουηδία το 1924, και κατόπιν τη Γερμανία, τη Μεγάλη Βρετανία και τέλος, τη Γαλλία είχαν προσδέσει, έως το Δεκέμβριο του 1926, τα νομίσματά τους με το δολάριο και το χρυσό. Στην πράξη, ο κανόνας χρυσού-συναλλάγματος κατά το μεσοπόλεμο άρχισε να λειτουργεί τον Απρίλιο του 1925, όταν η Βρετανία επανέφερε τον κανόνα χρυσού. 

Το 1929, οι αντιπληθωριστικές πιέσεις στην Αμερική προκάλεσαν αποπληθωρισμό στην Ευρώπη, καθώς οι χώρες εξακολουθούσαν να υπερασπίζουν τη μετατρεψιμότητα των νομισμάτων τους σε χρυσό και σταθερές συναλλαγματικές ισοτιμίες, με αποτέλεσμα τη στενή σύνδεση της προσφοράς χρήματος, των επιτοκίων και των τιμών των αγαθών διεθνώς.

Σε αντίθεση με το προπολεμικό κανόνα χρυσού, όπου κάθε χώρα υπάκουε στους ‘κανόνες του παιχνιδιού’, είτε λόγω της κυριαρχίας της Τράπεζας της Αγγλίας, είτε λόγω της αποφυγής αποσταθεροποιητικών παρεμβάσεων από τις υπόλοιπες κεντρικές τράπεζες, στην περίοδο του μεσοπολέμου, οι κανόνες αυτοί συχνά παραβιάζονταν. Εξάλλου, η συνύπαρξη δύο παγκόσμιων νομισματικών κέντρων, του Λονδίνου και της Νέας Υόρκης, και η ενίσχυση του διεθνούς ρόλου του δολαρίου συνετέλεσαν στη μη αποτελεσματική λειτουργία του συστήματος, καθώς ο συντονισμός των εθνικών οικονομικών πολιτικών των δύο κέντρων  ήταν κάθε άλλο παρά εύκολος.

Στις 21 Σεπτεμβρίου 1931 η στερλίνα υποτιμήθηκε και η Μ. Βρετανία εγκατέλειψε τον κανόνα χρυσού. Στις αρχές του 1932, τουλάχιστον 35 χώρες είχαν εγκαταλείψει τον κανόνα χρυσού-συναλλάγματος, σηματοδοτώντας μία νέα περίοδο κυμαινόμενων ισοτιμιών. Η Μ. Βρετανία, οι χώρες της Κοινοπολιτείας, η Ιαπωνία, οι Σκανδιναβικές χώρες και οι χώρες της Λατινικής Αμερικής υιοθέτησαν το νέο νομισματικό σύστημα. Ένας μεγάλος αριθμός εμπορικών εταίρων της Βρετανίας αποφάσισαν να διατηρήσουν σταθερή τη συναλλαγματική ισοτιμία του νομίσματός τους ως προς τη στερλίνα, και να παρακολουθούν τις διακυμάνσεις της ισοτιμίας της ως προς τα άλλα νομίσματα που παρέμεναν συνδεδεμένα με το χρυσό. Η ομάδα των χωρών αυτών περιελάμβανε τις Βρετανικές αποικίες, τις Σκανδιναβικές χώρες, την Πορτογαλία, την Αίγυπτο, τη Λετονία και την Εσθονία. Έτσι διαμορφώθηκε η ‘ζώνη επιρροής της στερλίνας» (sterling area).

Το Μάρτιο του 1933, και για μία περίοδο δύο περίπου χρόνων, οι ΗΠΑ άρχισαν να υποτιμούν το δολάριο έναντι του χρυσού. Μία άλλη ομάδα χωρών, όπως η Κούβα, η Γουατεμάλα, ο Παναμάς, οι Φιλιππίνες και πολλές χώρες της Νοτίου Αμερικής ακολούθησαν τις ΗΠΑ στην εγκατάλειψη του κανόνα χρυσού, προσδένοντας τα νομίσματά τους με το δολάριο. Δημιουργήθηκε έτσι η «ζώνη επιρροής του δολαρίου» (dollar area). Ταυτοχρόνως, η Γερμανία επέβαλε αυστηρούς συναλλαγματικούς περιορισμούς.

Μόνο οι χώρες του Συνασπισμού Χρυσού (Gold Bloc), δηλαδή το Βέλγιο (ως το 1935), η Γαλλία, η Ολλανδία, η Ιταλία, η Ελβετία και η Πολωνία, συνέχισαν να διατηρούν τα νομίσματά τους συνδεδεμένα με το χρυσό. Ο Συνασπισμός Χρυσού διατηρήθηκε έως το Σεπτέμβριο του 1936, όταν υποτιμήθηκε το γαλλικό φράγκο. Μετά τη διάλυσή του, μόνο το δολάριο παρέμεινε σε σταθερή σχέση με το χρυσό.

Το μεταπολεμικό διεθνές νομισματικό σύστημα προέκυψε από τη διεθνή διάσκεψη στο Bretton Woods του New Hampshire, τον Ιούλιο του 1944. Εν όψει του τερματισμού του πολέμου, 44 έθνη συμφώνησαν στις βασικές αρχές του διεθνούς νομισματικού συστήματος, προκειμένου να αποφευχθούν οι αποτυχίες της περιόδου του μεσοπολέμου. Παράλληλα, συμφωνήθηκε η ίδρυση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Διεθνούς Τράπεζας. 

Πρόκειται για μία από τις σπάνιες περιπτώσεις επιτυχίας μίας διεθνούς νομισματικής διάσκεψης, κυρίως λόγω του μεγάλου ειδικού βάρους των ΗΠΑ που επέβαλαν τις απόψεις τους. Ανάλογες νομισματικές διασκέψεις στην περίοδο του μεσοπολέμου δεν είχαν επιτυχία λόγω της μεγαλύτερης συμμετρίας του παγκόσμιου νομισματικού συστήματος, καθώς τόσο το δολάριο, όσο και η στερλίνα και το γαλλικό φράγκο ήταν διεθνή αποθεματικά νομίσματα. Οι διαφωνίες μεταξύ των κυβερνήσεων και των κεντρικών τραπεζών των τριών αυτών χωρών, ΗΠΑ, Βρετανίας και Γαλλίας, συχνά οδηγούσαν τις διασκέψεις του μεσοπολέμου σε αδιέξοδο.

Αυτό που προέκυψε από τις συμφωνίες του Bretton Woods ήταν η δημιουργία ενός συστήματος σταθερών αλλά αναπροσαρμόσιμων ισοτιμιών, βασισμένου στον κανόνα χρυσού-συναλλάγματος. Το σύστημα ήταν στην ουσία ένας κανόνας χρυσού-δολαρίου, αφού οι ισοτιμίες των νομισμάτων καθορίζονταν σε σχέση είτε με το χρυσό, είτε με το δολάριο και οι κεντρικές τράπεζες διατηρούσαν αποθέματα είτε σε δολάρια, είτε σε χρυσό.

Οι χώρες που είχαν ελλείμματα στο ισοζύγιο πληρωμών τους, είχαν τη δυνατότητα δανεισμού από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ), έτσι ώστε να υποβοηθείται η διατήρηση των σταθερών ισοτιμιών. Το ΔΝΤ είχε ακόμη ως στόχο να βοηθήσει στην προοδευτική κατάργηση των συναλλαγματικών περιορισμών, ώστε να προωθηθούν οι διεθνείς εμπορικές συναλλαγές.

Ακόμη σημαντικότερη, όμως, ήταν η πρόβλεψη της δυνατότητας εφάπαξ αναπροσαρμογής των ισοτιμιών, σε περιπτώσεις «θεμελιώδους ανισορροπίας» (fundamental disequilibrium) στο ισοζύγιο πληρωμών. Τέτοια πρόβλεψη δεν υπήρχε στο σύστημα του κανόνα χρυσού. Οι διάφορες χώρες που μετείχαν στο σύστημα, είχαν τη δυνατότητα να προχωρούν σε αναπροσαρμογή (υποτίμηση) των ισοτιμιών των νομισμάτων τους σε περιπτώσεις «θεμελιώδους ανισορροπίας», ειδοποιώντας το ΔΝΤ.

Η δυνατότητα αναπροσαρμογής των ισοτιμιών χρησίμευε ως βαλβίδα ασφαλείας για το σύστημα, καθώς απέτρεπε τη συσσώρευση μεγάλων ανισορροπιών. Χρησιμοποιήθηκε δε ευρύτατα ακόμη και από μεγάλες οικονομίες, όπως η Γερμανία, η Βρετανία και η Γαλλία.

Το σύστημα του Bretton Woods σταδιακά άρχισε να κλυδωνίζεται ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1960. Η υποτίμηση της στερλίνας το 1967, του γαλλικού φράγκου το 1968, η καθιέρωση δύο αγορών χρυσού το 1968 και η επιτάχυνση του πληθωρισμού στις ΗΠΑ είναι μερικά μόνο από τα συμπτώματα των προβλημάτων του συστήματος. 

Βαθύτεροι λόγοι ήταν η απόκλιση των δημοσιονομικών και νομισματικών πολιτικών των κυριοτέρων βιομηχανικών οικονομιών, και ιδιαίτερα οι μεγάλες νομισματικές επεκτάσεις στις ΗΠΑ, λόγω της χρηματοδότησης της επέκτασης του κοινωνικού κράτους και της κλιμάκωσης του πολέμου του Βιετνάμ. Στην αποσταθεροποίησή του έπαιξαν ρόλο οι ασυμμετρίες του, λόγω του ιδιαίτερου ρόλου του δολαρίου, η σταδιακή de facto απελευθέρωσης των κινήσεων κεφαλαίου, αλλά κυρίως η διάσταση της μακροοικονομικής πολιτικής των ΗΠΑ με τη μακροοικονομική πολιτική των υπολοίπων αναπτυγμένων οικονομιών. 

Προς τα τέλη της δεκαετίας του 1960, οι κερδοσκοπικές πιέσεις έναντι του δολαρίου αυξήθηκαν. Η αρχή του τέλους σημειώθηκε με την αναστολή της μετατρεψιμότητας του δολαρίου σε χρυσό από τις νομισματικές αρχές των ΗΠΑ τον Αύγουστο του 1971. Στα τέλη του 1971 έγινε η τελευταία προσπάθεια διάσωσης του καθεστώτος των σταθερών ισοτιμιών. Μετά από συνάντηση εκπροσώπων των δέκα μεγαλυτέρων βιομηχανικών οικονομιών, συμφωνήθηκε (Συμφωνία του Smithsonian) να υποτιμηθεί το δολάριο έναντι του χρυσού και να ανατιμηθεί το γιεν, το μάρκο, το ελβετικό φράγκο και τα νομίσματα των χωρών της ΕΟΚ. Η δραχμή παρέμεινε σταθερή ως προς το δολάριο, αλλά αυτό στην ουσία σήμαινε υποτίμησή της κατά 6,5-8%, όση περίπου ήταν η υποτίμηση του δολαρίου έναντι ενός σταθμικού μέσου των υπόλοιπων νομισμάτων.

Παρά τις προσπάθειες διάσωσης του συστήματος, τον Μάρτιο του 1973, οι άλλες μεγάλες βιομηχανικές οικονομίες αποφάσισαν να αφήσουν τα νομίσματά τους να διακυμαίνονται ελεύθερα, τερματίζοντας ουσιαστικά το σύστημα του Bretton Woods.

Μετά την εγκατάλειψη του συστήματος σταθερών ισοτιμιών του Bretton Woods, ακολούθησε η μεγάλη αύξηση των τιμών του πετρελαίου στο διάστημα Οκτωβρίου-Δεκεμβρίου 1973, κατά τη διάρκεια του αραβοϊσραηλινού πολέμου, καθώς και η αύξηση των τιμών των πρώτων υλών. Ο κόσμος μετέβη σε ένα καθεστώς κυμαινομένων ισοτιμιών, που σε μεγάλο βαθμό διατηρείται έως σήμερα.

Το σημερινό σύστημα χαρακτηρίζεται από μεγάλη ποικιλία στις επιλογές των διαφόρων χωρών σε σχέση με τρίλημμα των ανοικτών οικονομιών. Οι κύριες βιομηχανικές χώρες (ΗΠΑ, Ευρωπαϊκή Ένωση, Ιαπωνία) έχουν επιλέξει κυμαινόμενες ισοτιμίες μεταξύ τους. Πολλές αναδυόμενες οικονομίες επέλεξαν σταθερές ισοτιμίες, κυρίως με το δολάριο. Πολλές οικονομίες άλλαξαν ακόμη και το νόμισμά τους και το αντικατέστησαν είτε με το δολάριο (Εκουαδόρ), είτε με το ευρώ (Μαυροβούνιο). Δημιουργήθηκαν περιφερειακά συστήματα σταθερών ισοτιμιών, όπως το Ευρωπαϊκό Νομισματικό Σύστημα ή νέα νομίσματα, όπως το ευρώ.

Το σημερινό σύστημα κυμαινομένων ισοτιμιών δεν συγκρίνεται με τη χαοτική κατάσταση της περιόδου του μεσοπολέμου. Ενώ αρχικά υπήρξε σημαντική αύξηση του πληθωρισμού παγκοσμίως, αυτή πολύ γρήγορα τέθηκε υπό έλεγχο. Υπήρξε μεγάλη επέκταση του διεθνούς εμπορίου και σταθερή απελευθέρωση των διεθνών αγορών χρήματος και κεφαλαίου. 

Από την άλλη, οι ελπίδες των υποστηρικτών του συστήματος για αυτόματη αποκατάσταση της ‘εξωτερικής ισορροπίας’ δεν ευοδώθηκαν. Και το σημερινό σύστημα χαρακτηρίζεται από σημαντικές ανισορροπίες στα ισοζύγια πληρωμών, έντονη μεταβλητότητα των συναλλαγματικών ισοτιμιών και μεγάλες επίμονες διακυμάνσεις στη διεθνή ανταγωνιστικότητα των διαφόρων χωρών.

Το σύστημα είναι πιο συμμετρικό σε σχέση με το παρελθόν, ιδιαίτερα μετά τη δημιουργία του ευρώ, αν και το δολάριο παραμένει το κυρίαρχο αποθεματικό νόμισμα. Ο συντονισμός των μακροοικονομικών πολιτικών μεταξύ των μεγαλυτέρων οικονομιών είναι σχετικά χαλαρός και γίνεται μέσω ομάδων χωρών όπως η  G-7, G-20 κλπ.

Σύνδεσμος στις Διαφάνειες της Διάλεξης