Στη διάλεξη αυτή επικεντρωνόμαστε στο βραχυχρόνιο προσδιορισμό του ΑΕΠ, της συναλλαγματικής ισοτιμίας και του ισοζυγίου αγαθών και υπηρεσιών.

Υποθέτουμε ότι βραχυχρόνια το επίπεδο τιμών είναι δεδομένο, καθώς η προσαρμογή των τιμών είναι σταδιακή. Η υπόθεση αυτή αποτελεί τη βάση της κεϋνσιανής προσέγγισης στη μακροοικονομική. Αυτό που εξισορροπεί την αγορά αγαθών και υπηρεσιών όταν το επίπεδο τιμών δεν προσαρμόζεται άμεσα είναι μεταβολές στο συνολικό ΑΕΠ, ώστε η συνολική προσφορά αγαθών και υπηρεσιών να ισούται με τη συνολική ζήτηση. Στην κεϋνσιανή προσέγγιση, οι μεταβολές στη συνολική ζήτηση είναι εκείνες που προσδιορίζουν βραχυχρόνια το επίπεδο του συνολικού ΑΕΠ και την απασχόληση.

Σε αντίθεση με το επίπεδο τιμών, υποθέτουμε ότι τα επιτόκια και η συναλλαγματική ισοτιμία προσαρμόζονται άμεσα, ώστε να εξισορροπήσουν την εγχώρια αγορά χρήματος και τις διεθνείς χρηματαγορές.

Η συνολική ζήτηση σε μία ανοικτή οικονομία αποτελείται από τέσσερεις συνιστώσες: την ιδιωτική κατανάλωση, τη δημόσια κατανάλωση, τις επενδύσεις και το ισοζύγιο αγαθών και υπηρεσιών, δηλαδή τη διαφορά των εξαγωγών αγαθών και υπηρεσιών από τις εισαγωγές. Ένας σημαντικός προσδιοριστικός παράγων του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών είναι και η πραγματική ισοτιμία, δηλαδή η σχέση των εγχώριων τιμών προς τις διεθνείς τιμές, εκπεφρασμένες σε κοινό νόμισμα.

Με δεδομένο το επίπεδο τιμών βραχυχρόνια, η συνολική ζήτηση προσδιορίζει το επίπεδο του ΑΕΠ και της απασχόλησης. Όταν η συνολική ζήτηση είναι μεγαλύτερη από τη συνολική παραγωγή, το ΑΕΠ και η απασχόληση αυξάνονται καθώς οι επιχειρήσεις αυξάνουν την παραγωγή τους για να αποφύγουν την εξάντληση των αποθεμάτων τους. Όταν η συνολική ζήτηση είναι μικρότερη από τη συνολική παραγωγή οι επιχειρήσεις περικόπτουν την παραγωγή τους για να αποφύγουν την υπερβολική αύξηση των αποθεμάτων τους.

Η βραχυχρόνια ισορροπία μιας ανοικτής οικονομίας λαμβάνει χώρα στο επίπεδο του ΑΕΠ και της συναλλαγματικής ισοτιμίας όπου – δεδομένου του επιπέδου τιμών, της προσδοκώμενης μελλοντικής ισοτιμίας και των οικονομικών συνθηκών στο εξωτερικό – η συνολική ζήτηση ισούται με τη συνολική προσφορά αγαθών και υπηρεσιών, και η εγχώρια αγορά χρήματος και οι διεθνείς χρηματαγορές βρίσκονται σε ισορροπία.

Κυμαινόμενες Συναλλαγματικές Ισοτιμίες

Ο προσδιορισμός της βραχυχρόνιας ισορροπίας σε ένα καθεστώς κυμαινομένων συναλλαγματικών ισοτιμιών, αναλύεται διαγραμματικά, με βάση μια επέκταση του υποδείγματος IS-LM για ανοικτές οικονομίες.

Η βραχυχρόνια μακροοικονομική ισορροπία σε μια μικρή ανοικτή οικονομία καθορίζεται στο επίπεδο της παραγωγής, στο εγχώριο επιτόκιο και στη συναλλαγματική ισοτιμία όπου

1. Η αγορά αγαθών και υπηρεσιών βρίσκεται σε ισορροπία, υπό την έννοια ότι η συνολική ζήτηση ισούται με τη συνολική προσφορά,

2. Η εγχώρια αγορά χρήματος και οι διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές βρίσκονται σε ισορροπία, υπό την έννοια ότι η ζήτηση χρήματος ισούται με την προσφορά χρήματος στο επιτόκιο το οποίο προσδιορίζει η κεντρική τράπεζα, και η συναλλαγματική ισοτιμία ικανοποιεί την ακάλυπτη ισοδυναμία των επιτοκίων.

Εάν αυτή η ισορροπία συνεπάγεται απασχόληση στο φυσικό της επίπεδο, τότε η βραχυπρόθεσμη μακροοικονομική ισορροπία συνεπάγεται εσωτερική ισορροπία.

Εάν αυτή η ισορροπία συνεπάγεται ισοσκελισμένο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών (αγαθών και υπηρεσιών), τότε αυτή η μακροοικονομική ισορροπία συνεπάγεται επίσης εξωτερική ισορροπία.

Γενικά, η βραχυχρόνια μακροοικονομική ισορροπία δεν χαρακτηρίζεται από αυτή τη θεϊκή σύμπτωση και μπορεί να μην συνεπάγεται ούτε εσωτερική ούτε εξωτερική ισορροπία.

Με απλά λόγια, δεν υπάρχει καμμία εγγύηση ότι βραχυχρόνια μία οικονομία θα ισορροπήσει στο φυσικό επίπεδο απασχόλησης και ότι το ισοζύγιο αγαθών και υπηρεσιών θα είναι ισοσκελισμένο.

Μία προσωρινή νομισματική επέκταση (αύξηση στην προσφορά χρήματος), η οποία δεν μεταβάλλει τις προσδοκίες για τη μελλοντική συναλλαγματική ισοτιμία, προκαλεί προσωρινή μείωση του εγχώριου ονομαστικού επιτοκίου, υποτίμηση της συναλλαγματικής ισοτιμίας και μία αύξηση του ΑΕΠ και της απασχόλησης. Επίσης, προκαλεί βελτίωση στο ισοζύγιο αγαθών και υπηρεσιών.

Μία προσωρινή δημοσιονομική επέκταση (αύξηση των δημοσίων δαπανών ή μείωση των φόρων) επίσης προκαλεί αύξηση του ΑΕΠ και της απασχόλησης η οποία όμως συνοδεύεται με προσωρινή αύξηση του ονομαστικού επιτοκίου, ανατίμηση της συναλλαγματικής ισοτιμίας και επιδείνωση του ισοζυγίου αγαθών και υπηρεσιών.

Η ανάλυση αυτή, η οποία οφείλεται στην επέκταση του Κεϋνσιανού υποδείγματος για ανοικτές οικονομίες από τον Robert Mundell στις αρχές της δεκαετίας του 1960, μας υποδεικνύει πως η νομισματική και η δημοσιονομική πολιτική μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να εξουδετερώσει βραχυχρόνιες διαταραχές στο ΑΕΠ και την απασχόληση.

Εάν μια οικονομία πάσχει από υψηλή ανεργία και ελλειμματικό ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, μια επεκτατική νομισματική πολιτική μπορεί να την οδηγήσει προς εσωτερική και εξωτερική ισορροπία. 

Εάν η κεντρική τράπεζα μειώσει το ονομαστικό επιτόκιο αναφοράς της, αυτό προκαλεί επέκταση της συνολικής ζήτησης, υποτίμηση της συναλλαγματικής ισοτιμίας και αύξηση της παραγωγής και της απασχόλησης.

Η βελτίωση του ισοζυγίου αγαθών και υπηρεσιών λόγω της υποτίμησης της συναλλαγματικής ισοτιμίας και της αύξησης των καθαρών εξαγωγών ενισχύει τα επεκτατικά αποτελέσματα της νομισματικής πολιτικής.

Κατά συνέπεια, η δυνατότητα χρήσης της νομισματικής πολιτικής είναι εξαιρετικά χρήσιμη για μία οικονομία που αντιμετωπίζει αυτού του είδους το βραχυχρόνιο πρόβλημα.

Θα μπορούσε αυτό το πρόβλημα να αντιμετωπιστεί από τη δημοσιονομική πολιτική; Η απάντηση για την περίπτωση αυτή είναι όχι. Εάν μια οικονομία πάσχει τόσο από υψηλή ανεργία όσο και από ελλειμματικό εξωτερικό ισοζύγιο, μια επεκτατική δημοσιονομική πολιτική, μέσω αύξησης των δημοσίων δαπανών ή μείωσης των φόρων, μπορεί να την οδηγήσει προς την εσωτερική ισορροπία, μειώνοντας την ανεργία, αλλά προκαλεί διεύρυνση των εξωτερικών ανισορροπιών.

Μια δημοσιονομική επέκταση προκαλεί αύξηση των εγχώριων επιτοκίων, ανατίμηση της συναλλαγματικής ισοτιμίας και αύξηση της παραγωγής και της απασχόλησης. Η επιδείνωση του εξωτερικού ισοζυγίου μέσω της ανατίμησης της συναλλαγματικής ισοτιμίας και της μείωσης των καθαρών εξαγωγών μετριάζει τις επεκτατικές επιπτώσεις της δημοσιονομικής επέκτασης.

Από την άλλη, μία περιοριστική δημοσιονομική πολιτική, μέσω μείωσης των δημοσίων δαπανών ή αύξησης των φόρων, μπορεί να την οδηγήσει προς την εξωτερική ισορροπία, αλλά προκαλεί αύξηση της ανεργίας και, ως εκ τούτου, διεύρυνση των εσωτερικών ανισορροπιών.

Εάν μια οικονομία πάσχει από χαμηλή ανεργία και ελλειμματικό εξωτερικό ισοζύγιο, τότε μια περιοριστική δημοσιονομική πολιτική μπορεί να την οδηγήσει προς την εσωτερική και εξωτερική ισορροπία, καθώς αυξάνει την ανεργία προς το φυσικό της ποσοστό και οδηγεί σε μείωση της ζήτησης για εξαγωγές και υποτίμηση της συναλλαγματικής ισοτιμίας.

Αυτό το υπόδειγμα μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την ανάλυση του ρόλου της βραχυχρόνιας σταθεροποιητικής πολιτικής σε ανοικτές οικονομίες.

Η κυβέρνηση και οι νομισματικές αρχές θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν είτε τη νομισματική είτε τη δημοσιονομική πολιτική για την αντιμετώπιση των διαταραχών που δημιουργούν υφέσεις και εξωτερικές ανισορροπίες.

Οι βραχυχρόνιες συγκρούσεις μεταξύ των στόχων της εσωτερικής και εξωτερικής ισορροπίας μπορούν να αντιμετωπιστούν μέσω του κατάλληλου συνδυασμού πολιτικών συνολικής ζήτησης, του λεγόμενου μείγματος πολιτικής. Σχεδόν οποιοσδήποτε βραχυχρόνιος συνδυασμός εσωτερικών και εξωτερικών ανισορροπιών μπορεί να αντιμετωπιστεί συνδυάζοντας μια νομισματική επέκταση με μια δημοσιονομική συρρίκνωση, ή αντίστροφα, ή επιτρέποντας τόσο στη νομισματική όσο και στη δημοσιονομική πολιτική να είναι ταυτόχρονα είτε επεκτατικές είτε περιοριστικές.

Ωστόσο, στην περίπτωση που μια οικονομία αντιμετωπίζει υψηλή ανεργία και υψηλό έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών, ενώ η νομισματική πολιτική γενικά δεν συνεπάγεται σύγκρουση μεταξύ των στόχων της εσωτερικής και εξωτερικής ισορροπίας, η δημοσιονομική πολιτική συνεπάγεται αυτή τη σύγκρουση.

Επιπλέον, η νομισματική πολιτική είναι πολύ πιο ευέλικτη από τη δημοσιονομική πολιτική, καθώς δεν απαιτεί μια μακρά νομοθετική διαδικασία, αλλά απλώς μια απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της κεντρικής τράπεζας.

Ο σημαντικός ρόλος της νομισματικής πολιτικής στο μείγμα πολιτικής είναι ένας από τους κύριους λόγους που οι προηγμένες οικονομίες, όπως οι ΗΠΑ, η ΕΕ και η Ιαπωνία, έχουν επιλέξει να έχουν μια ανεξάρτητη νομισματική πολιτική και κυμαινόμενες ισοτιμίες.

Μέχρι τώρα υποθέτουμε ότι η συναλλαγματική ισοτιμία καθορίζεται ελεύθερα στις αγορές συναλλάγματος, στα πλαίσια ενός νομισματικού συστήματος κυμαινομένων ισοτιμιών.

Ωστόσο, από τις 209 χωρές που παρακολουθεί το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, μόνο 65, έχουν υιοθετήσει συστήματα ελεύθερα κυμαινομένων ισοτιμιών. Σε αυτές βεβαίως συγκαταλέγονται οι περισσότερες προηγμένες οικονομίες, όπως οι ΗΠΑ, η ΕΕ και η Ιαπωνία. 

Ωστόσο, πολλές κυβερνήσεις και κεντρικές τράπεζες επιλέγουν να σταθεροποιήσουν ή να κατευθύνουν τη συναλλαγματική ισοτιμία του νομίσματός τους, ή ακόμη και να μην έχουν καθόλου εθνικό νόμισμα. Για παράδειγμα, η Γερμανία, η Γαλλία, η Ιταλία, η Ισπανία και, βεβαίως η Ελλάδα και τα υπόλοιπα μέλη της ευρωζώνης, έχουν υιοθετήσει ένα κοινό νόμισμα, το οποίο συνεπάγεται σταθερές ισοτιμίες μεταξύ τους. Η Κίνα έχει υιοθετήσει περιορισμούς στην κίνηση κεφαλαίων και ελέγχει τη συναλλαγματική ισοτιμία του νομίσματός της (renmimbi). 25 χώρες έχουν υιοθετήσει σταθερές ισοτιμίες και άλλες 101 ελεγχόμενες διακυμάνσεις των οικονομιών τους.

Καθεστώτα σταθερών συναλλαγματικών ισοτιμιών εφαρμόστηκαν επίσης από τις προηγμένες οικονομίες σε πολλές ιστορικές περιόδους, όπως η περίοδος του κανόνα χρυσού (1879-1914) και του συστήματος του Bretton Woods (1944-1973). Επιπλέον, μεταξύ του 1978 και της δημιουργίας του ευρώ το 1999, οι περισσότερες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης είχαν υιοθετήσει ένα καθεστώς σταθερών ισοτιμιών μεταξύ των νομισμάτων τους, που ονομαζόταν Ευρωπαϊκό Νομισματικό Σύστημα.

Αξίζει λοιπόν να αναλύσουμε τη λειτουργία και τις επιπτώσεις συστημάτων σταθερών ισοτιμιών.

Σταθερές Συναλλαγματικές Ισοτιμίες

Όταν μια κεντρική τράπεζα παρεμβαίνει στην αγορά συναλλάγματος για να σταθεροποιήσει τη συναλλαγματική ισοτιμία του νομίσματός της, τα στοιχεία του ενεργητικού  και του παθητικού της υφίστανται αυξομειώσεις. Προκειμένου να σταθεροποιηθεί η συναλλαγματική ισοτιμία, μια κεντρική τράπεζα θα πρέπει να είναι έτοιμη να αγοράσει ή να πουλήσει απεριόριστα ποσά εγχώριου νομίσματος για χρυσό ή ξένα νομίσματα, με προκαθορισμένη ισοτιμία. Αυτό σημαίνει ότι χάνει τον έλεγχο της νομισματικής της βάσης και της προσφοράς χρήματος.

Άλλωστε, όταν οι ισοτιμίες είναι σταθερές ισοτιμίες, το εγχώριο επιτόκιο δεν μπορεί να διαφέρει από τα διεθνή επιτόκια. Εάν η εγχώρια κεντρική τράπεζα επιχειρήσει να μειώσει το εγχώριο επιτόκιο κάτω από τα διεθνή επιτόκια, θα προκληθούν άμεσα εκροές συναλλάγματος και μείωση της νομισματικής βάσης και της προσφοράς χρήματος, οι οποίες θα ακυρώσουν τη μείωση του επιτοκίου. Εάν επιχειρήσει να ανεβάσει το εγχώριο επιτόκιο πάνω από τα διεθνή επιτόκια, θα προκληθούν άμεσα εισροές συναλλάγματος και αύξηση της νομισματικής βάσης και της προσφοράς χρήματος, οι οποίες ακυρώσουν την αύξηση του επιτοκίου.

Ως εκ τούτου, τα εγχώρια επιτόκια δεν μπορούν να διαφέρουν από τα διεθνή επιτόκια υπό σταθερές συναλλαγματικές ισοτιμίες και ελεύθερη κινητικότητα κεφαλαίου. Αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχουν περιθώρια για την άσκηση ανεξάρτητης νομισματικής πολιτικής.

Η δημοσιονομική πολιτική γίνεται πιο αποτελεσματική αναφορικά με τον επηρεασμό της συνολικής παραγωγής και της απασχόλησης, καθώς οι μεταβολές στη δημοσιονομική πολιτική δεν προκαλούν αλλαγές στα επιτόκια και τη συναλλαγματική ισοτιμία.

Ωστόσο, στην περίπτωση υψηλής ανεργίας και ελλείμματος στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, η δημοσιονομική πολιτική συνεπάγεται ένα δίλημμα μεταξύ εσωτερικής και εξωτερικής ισορροπίας.

Σε αντίθεση με τη δημοσιονομική πολιτική, στην περίπτωση αυτή, μια εφάπαξ υποτίμηση μπορεί να προκαλέσει βραχυχρόνια αύξηση της παραγωγής και της απασχόλησης με ταυτόχρονη βελτίωση στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών.

Σύνδεσμος στις Διαφάνειες της Διάλεξης